Όταν λέω εσύ, το λέω μόνος μου.

Οι μέρες άργησαν. Αλλά ήρθαν.
Το ψωμί φαγώθηκε.
Κάναμε μια βόλτα στην προκυμαία
για να θάψουμε το ψωμί και τον σκύλο.

Βέβαια δε μιλώ ούτε για σκύλο ούτε για ψίχες.
Για τούτα θα μιλήσει αυτή.
Εγώ μιλώ για φέρετρα.
Και κόρα.

Τα τελευταία ψέματα τα 'πε νύχτα,
μπροστά στη θάλασσα.
Δεν ήξερα πως έτσι λέγεται το τέλος.

Έτσι, τελευταία φορά την είδα στο παγκάκι που 'κατσε
πάνω απ' τα σκύβαλα και το νερό στις πέτρες.
Έκλαιγε μέσα σε ρίγη καπνού.
Κάτι κρατούσε που 'μοιαζε νεκρό.

Από μακριά ακουγόταν η φωνή του κενού
σαν αλάτι που καθάριζε τη γη από μένα,
δηλαδή ακουγόμουν εγώ που της μίλαγα,
σαν να μην υπήρχα.

 

                          [Από την ανέκδοτη συλλογή: Ο διαμελισμός του Αδάμ]