Ψωμοτύρι των κουφών.

Διαβάζω ξανά τους διαλόγους μας
όπως παίζουν τ' αγόρια με βόλους

διαβάζω τις λέξεις που ορκίστηκες στη ζωή
διασχίζοντας τις θεόρατες καστανιές
σαν κουρτίνες του μπάνιου

τα λιθόστρωτα της αλέας των δράκων
τη σιωπή ανάμεσα σε δυο πλάνες
τη φωτιά ανάμεσα στις σιωπές

έλεγες συχνά δεν πειράζει
κι αργούσες δυο ώρες

νόμιζες πως οι τρούλοι ορθώνονται
να μη βρέχεται το μαλλί σου

στους καφέδες ερχόσουν για λίγο
ύστερα ψώνια, το μέλλον, δουλειά
κι έφευγες προς το βράδυ προδίδοντας
τα μεγάλα σου λόγια

όπως προδίδουν όλοι οι δειλοί
αν ασχοληθεί η ανάγκη μαζί τους.

 

                        [Από την ανέκδοτη συλλογή: Ο διαμελισμός του Αδάμ]