Το έμβολο της λύπης.


Πλησιάζοντας το παλιό σπίτι θυμήθηκα
τα χρόνια που περάσαμε μαζί.
Θυμήθηκα τα πόδια σου.
Τώρα ζουν άλλοι εκεί.
Μια οικογένεια με δυο ξανθά παιδιά.
Ένας τυφλός για σένα άντρας.

Χτύπησα και ζήτησα να μ' αφήσουν να δω
την ξύλινη σκάλα, την ταπετσαρία στο καθιστικό,
τ' αραβουργήματα.
Το τζάμι με τη μοναξιά.

Μπήκα και μ' άφησαν να δω
τα ξύλινα σκαλιά που οδηγούσαν πάνω.
Τη βροχή.
Τη μεταμέλεια το παράπονο τον πόνο.

Ανέβηκα κι αντίκρισα
τα βράδια που 'χες λείψει.

 

                          [Από την ανέκδοτη συλλογή: Ο διαμελισμός του Αδάμ