στον Παύλο

 

Καιγόταν μέσα του,
υπέφερε μια αγωνία πρωτόφαντη
κι αγαπημένος του χρόνος
ο ενεστώτας διαρκείας.
Τις καθημερινές βολευόταν
μ' ένα μπουκάλι τζιν,
ένα τοστ καμένο για βραδινό
και το βαθούλωμα που είχε κάνει το κορμί του
στον αόριστο χρόνο.
Θυμόταν παλιά που κρύωνε
και χιόνι έπεφτε στο κρεβάτι του.
Τώρα με το βρακί
κι ένα κοντομάνικο τριμμένο
-του ψωνίζει η μάνα του ακόμη
από τη λαϊκή της Δευτέρας.
Τα Σαββατοκύριακα ξυπνάει νωρίς,
αγριεύει το βλέμμα
κι οι κινήσεις μηχανικά βιαστικές
να βγει έξω.
Φόραγε το χέρι του,
τα μαύρα του ρούχα,
κολιέ, δαχτυλίδι, σκουλαρίκι, βραχιόλια
και το φουλάρι του
που μύριζε σα διάολος τ' όνομά του.
Πήγαινε, έπινε, κάπνιζε,
μίλαγε με το μυαλό του,
πείναγε για αυτοκαταστροφή κι επιβεβαίωση.
Έφευγε
και πήγαινε κι αλλού
κι αλλού
κι αλλού.
Πάλευε να τα προλάβει όλα σε μια νύχτα.
Λες κι άλλο Σάββατο δε θα ξημέρωνε για κείνον.
Λες και θα του' φεύγαν οι στιγμές
και θα 'φευγε μαζί τους.
Έκλεισε τα σαράντα οχτώ
κι εγώ ακόμη αναρωτιέμαι
υπήρξε στ’ αλήθεια
ή τον γέννησα στο μυαλό μου;

 

                   Sati, Κύμα, 2019