πολλαὶ μορφαὶ τῶν δαιμονίων,
πολλὰ δ᾽ ἀέλπτως κραίνουσι θεοί·
καὶ τὰ δοκηθέντ᾽ οὐκ ἐτελέσθη,
τῶν δ᾽ ἀδοκήτων πόρον ηὗρε θεός.
τοιόνδ᾽ ἀπέβη τόδε πρᾶγμα. 
Ευριπίδη, Βάκχες

Και τώρα περιμένουμε το Άγιο Πνεύμα
σ’ ένα υπερώο διαμπερές σαν τραύμα στο σώμα του χρόνου

tomorrow and tomorrow and tomorrow

βάλαμε το δάχτυλο εις τον τύπον του χάους και κάναμε μια τρύπα στο νερό·
έτσι γνωρίσαμε την Αλήθεια (στον ουρανό την ψάχναμε και στη γη τη βρήκαμε, που
λέει ο λόγος) κι από τότε πέφτουμε σ’ αυτή την άβυσσο που άνοιξε για μας ο Κύριος.

Ε, τώρα περιμένουμε το Άγιο Πνεύμα να μας χρυσώσει το χάπι.
Μερικοί λένε θα μας μάθει επί τέλους πώς να λύνουμε και να
δένουμε και πώς να καλιγώνουμε τον ψύλλο. Άλλοι, πάλι, επικαλούμενοι εξίσου αξιόπιστα ενύπνια,
διαβεβαιώνουν ότι θα έρθουμε στα πράματα και
δε θα βρωμάει το χνώτο μας, και τότε θα λογαριαστούμε με τον κάθε Πενθέα, πρώτα ο Θεός.

Ένας εδώ δίπλα, ο πιο διαβασμένος, λέει ότι έτσι γίνονταν πάντα τα πράγματα.
Στους Κιθαιρώνες και στις Ιεριχούς, βήματα ακούγονται από μακριά, έπειτα φωνές
μανιασμένες γυναικών ή σαλπίσματα, έπειτα κλάματα, πάντα, ανάμεσα στις ιαχές.
Έπειτα, για τους τυχερούς δυστυχείς, αἰαῖ, ο δρόμος.
Ούτε παρηγοριά ούτε επιστροφή.

χαλεποί θεοί ἐναργεῖς φαίνεσθαι

Είναι όμως αυτές οι μέρες οι ατέλειωτες της αναμονής, όσο δεν ξέρεις ακόμα αν είσαι
στη σωστή μεριά της Ιστορίας και αναρωτιέσαι αν θα πρόδινε έλλειψη πίστης να
έχεις ένα μπογαλάκι με είδη πρώτης ανάγκης έτοιμο σε μια γωνιά...
Και οι ηττημένοι θεοί, θεοί είναι, στο κάτω-κάτω, όσο έχουν ανθρώπους να τρέφονται.

Εν τω μεταξύ, εμείς έχουμε αρχίσει να τρωγόμαστε με τα ρούχα μας, πόσοι άγγελοι
χωράνε στο κεφάλι της καρφίτσας και μήπως τελικά περνάει η καμήλα από την τρύπα
της βελόνας άμα υπάρχει καλή θέληση, και τέτοια. Αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά οι
τελευταίοι γίνονται πρώτοι, ρωτήστε και τον Οιδίποδα.

Ευτυχώς, σ’ αυτή την άβυσσο που άνοιξε για μας ο Κύριος με τα χέρια του δεν
πονάει η αιωνιότητα, δεν υπάρχει αναπάντεχο αρκετά αμετάκλητο ώστε να προξενεί
τρόμο, δεν υπάρχει δευτερόλεπτο τελευταίο στο μέτρημα του χρόνου κ.ο.κ.,
καταλαβαίνετε πού το πάω.
Είμαστε, εν ολίγοις, σαν τα μικρά παιδιά, το κακό δεν μας αφορά.

Θα ήθελα πολύ να θρηνήσω για κάτι, ίσως να φταίει η αϋπνία. Αλλά με έχει
μουδιάσει πια η ελπίδα, μέχρι κι ο θάνατος νικήθηκε, δεν έχει απομείνει ματαιότητα
για ματαιότητα να μου δώσει μια αφορμή. Λυτρωμένος απ’ όλα, ελεύθερος
–πολιορκημένος απ’ το αιώνιο, ζωή χωρίς νύχτα, πώς να κλάψεις μέσα σε τόσο φως
ιλαρό–

(καὶ τὰ δοκηθέντ᾽ οὐκ ἐτελέσθη)

 

           [2019]