Το ταπεράκι με τα γεμιστά
πηγαινοερχόταν στην υπηρεσία.
Υπερωρίες και κόντρα υπερωρίες.
Απουσία εκκωφαντική.
Κουβέντες μετρημένες στο ζύγι:
«Διάβασες; Έφαγες;
Θέλεις να σου φέρω κάτι;».
Τσαλακωμένη η αμηχανία,
ένθεν κακείθεν.
Χάζευα το παράστημα·
ευθυτενές και απροσπέλαστο.
Στεκόταν, ωστόσο, ένα τόσο
η τρυφεράδα στο βλέμμα.
Ήταν και δεν ήταν...

***
Με τα χρόνια έμεινε το ήταν
και κάτι αχνά σημάδια.
Από καιρού εις καιρόν
τους ρίχνω μια ματιά.
Τραβάνε λίγο,
κάθε που αλλάζει ο καιρός.
Κυρίως, όταν κατεβάζει νοτιά
και οι νότιοι δεσμοί
δυναμικά επανέρχονται.

 

      Ο δρόμος άνοιγε στο τέλος, Θεμέλιο, 2017