Τη θυμάμαι μικροκαμωμένη
με κοντά μαλλιά και μακριές βλεφαρίδες

Συναντιόμαστε συνήθως τις μέρες της βροχής
Άφηνε ένα σημείωμα στην πόρτα:

Θα βαδίζω στην Ακτή Δυμαίων
-έλα -ας έρθεις-

Ανέβαινα στη μηχανή και γινόμουνα μούσκεμα
μέχρι να τη βρω
Την έπαιρνα και τράβαγα νότια
της άρεσε η αλμύρα και η εγκατάλειψη
των θερινών προαστίων

Της έδινα τσιγάρο
το έσβηνε πάντα στη μέση
ύστερα άπλωνε το χέρι της
δείχνοντας τις βάρκες και το θάμπωμα

Το απόβραδο γυρίζαμε σπίτι
άπλωνε τις κάλτσες της στη σόμπα
καθάριζε ένα πορτοκάλι
και ξάπλωνε δίπλα μου

Μ’ αγαπάς όπως εγώ;
Όχι όσο
Όπως εγώ

Τότε δεν καταλάβαινα
πώς μπορείς ν’ αγαπάς τόσους άντρες;

Εγώ αγαπάω όπως τα χρώματα
εσύ το μωβ
οι άλλοι το μπλε ή το κόκκινο

Φόραγε πρώτα τις κάλτσες της
κι ύστερα το αιώνιο παντελόνι

Φεύγω τώρα
να χαίρεσαι με τις χαρές μου
και να θυμάσαι ότι αγαπάω όπως τα χρώματα

Την άκουγα που έκλεινε την πόρτα

Μετά από μια ώρα χτύπαγε το κουδούνι
στεκόταν στην πόρτα κι έσταζε ολόκληρη

Αφού το ξέρεις
Το αγαπημένο μου χρώμα είναι το μωβ

Τώρα δε ξέρω πού είναι
δεν τηλεφωνεί ούτε γράφει
Από τότε μισώ τις μέρες της βροχής
στο άνοιγμα της πόρτας μου.

 

    Ό,τι άγγιξα και ό,τι θυμάμαι, ποιήματα 1981-2011, Γαβριηλίδης, 2011 [από τη συλλογή Μωβ σημαία, 1981]