Το φημισμένο ηφαίστειο δίνει εξηγήσεις για τις καταστροφές που προκαλεί.

Ας γελάσω – δεν είν' οι άνεμοι ανόητε Ρωμαίε που επειδή τρυπώνουν στο κορμί μου
Με κάνουν να ξερνώ αλλά το πιοτί της μικροπρέπειας των ανθρώπων. Για αυτούς
Εξαπολύω καυτή λάβα, για να θάψω τα παλάτια τους. Είμαι
Ας πούμε, η οργή των Θεών, εκείνοι μου έδωσαν δύναμη και πύρινη εξουσία, αυτοί
Με κάναν από πέτρα: να μην έχω αισθήματα, να μη
Νιώθω πόνο· έπαρση· λαχτάρα να πλαγιάσω με ωραίες θνητές παίρνοντας μορφή Γλά-
ρου, ταύρου ή ερωδιού. Στο θυμό μου υποκλίνονται δέντρα, σπηλιές και οργωμένα
Λιβάδια. Ζαρκάδια τρέχουν με πετσιασμένες σάρκες στα πλευρά τους
Και τυφλοπόντικες χωρίζονται απ' τα λαγούμια των φωλιών. Τους
Τιμωρώ όλους, ω...
Ξεσπώ με σίδερο λιωμένο. Με υγρό πυρ χτίζω τάφους τρομερούς. Τότε από
Βαθιά κραιπάλη ξυπνούν οι Ρωμαίοι. Σε γαβάθες δεν νίβονται.
Παρατούν σανδάλια, χιτώνες κι ωραία χαϊμαλιά
Και στα πόδια το βάζουν σαν φοβισμένοι πετασπίδες. Όπου κι αν πάν' όμως
Τα δάχτυλά μου τους τσιμπάνε. Όπως ο Ασκώνιος Ιούλιος.
Ένας υπερόπτης σπουδαγμένος κλεψιά και δωροδοκία. Πήγε να ξεφύγει χωρίς βρακί
Μα σε βαθιά γούρνα κατρακύλησε λαμβάνοντας αργό και βλοσυρό θάνατο.
Γιατί με στόμα πεινασμένο εισβάλλω και γκρεμίζω πόρτες!
Σας πιάνω στην αγκαλιά μιας Αιγύπτιας σκλάβας. Εκείνη θα ζήσει επειδή
Σας ανέχτηκε. Τα κόκαλα των αδίκων γλείφει η πυρωμένη μου ανάσα.

Καλότυχοι ταπεινοί μου μόνο για σας αστοχούν τα δαχτυλίδια της λάβας.
Μην τρέχεις να ξεφύγεις φτωχέ άνθρωπε, άριστε στην ψυχή.
Για σένα ανοίγω δρόμους, όπως οι συνωμότες στους συνωμότες.
Ας κρατηθούμε σε απόσταση – ταγμένος με τη σειρά του ο καθένας στις δικές
Του υποθέσεις. Εσύ θα υπομένεις αδικίες – εγώ θα εξαλείφω.

 

     Πατρίκιοι και πληβείοι, Νέο Πλανόδιον, τχ. 2., 2014