Ακούραστες οι ράφτρες. Πολυπόθητο το επάγγελμα τους. Βιτρίνες
με υφάσματα μεταξωτά. Που έλουζαν ιδρώτα όσους τις θώπευαν.
Τα πράσινα σκουλήκια τα έθαβαν στις γλάστρες. Μεζούρες και
κλωστές. Για την μεταποίηση κάθε πίκρας σε κατακόκκινο φιλί. Να
στεγνώνει το σάλιο όσων το λαχταρούσαν. Με σίδερο και αίμα
περνούσαν τα σκοτάδια τους. Με χαμομήλι ζεστό κοίμιζαν τις
χαρακιές. Με λευκή σκόνη γιασεμιού τις σκέπαζαν. Ράβανε όλη
νύχτα τις κόρες τους. Και όσες έχαναν κάποιο μέλος από σπασμένο
γυαλί με πάνινα χέρια και ανθισμένα λιβάδια τα έντυναν.
Αμέτρητοι καθρέφτες αθωότητας τα σεντόνια σε κάθε αυλή.
Ήσυχα και κατάλευκα από την πέτρα και το νερό. Όλες τις φωνές
τις ξέπλενε το ρέμα με την κοφτερή του γλώσσα. Κάθε χάραμα
πρώτο το γιασεμί ανοίγει τα μάτια. Και πίσω του ο κόσμος
σέρνεται σκυφτός.

  Μείον Δεκάξι,  Μελάνι, 2016