ήρθαν πάλι να ράψουν το σπίτι

η μάνα τούς υποδέχονταν μ’ ένα γογγύλι
που το κρατούσε ψιθυριστά σαν κερί
ο πρώτος έσκαψε λίγο και είπε: οστά
ο δεύτερος καθάρισε τη στάχτη
κι ο τρίτος μαζί με το φως
τρύπωσε στο δωμάτιο
πιο κει ο πατέρας έσπερνε και τρυπούσε
με τα μεγάλα αξιόπιστα χέρια του
εγώ – κάτι μικρότερη από οχτώ χρονών
εικοσιοχτώ δεκαοχτώ δεν έχει σημασία
έπιασα την κλωστή απ’ τον πιο γερό
και του κέντησα
κύμα
παιδιά
πιο πολύ από μένα

οι γείτονες δεν είπαν τίποτα: φορούσαν ήδη το ραμμένο το δικό τους

όταν ήρθαν οι πρώτες βοήθειες ήταν κιόλας αργά
ήταν κι Άλλος θυμάμαι στο σπίτι
η μητέρα ξεχείλιζε απ’ το μπαλκόνι
ο πατέρας κατάπινε τα φυτά
η γιαγιά ανεβασμένη στα σύρματα και κοιτούσε
εγώ κι ο Άλλος είχαμε φύγει
μας κυνήγησαν ως το ποτάμι
ύστερα πνιγήκαμε
όταν ξημέρωσε το υπ’ αριθμόν τριάντα καλοκαίρι
βγάλαμε με το χέρι το πηγμένο αίμα
ο ένας απ’ το στόμα του άλλου
– τι βία –
και ζεσταθήκαμε
κι όλα τώρα καλά
κι όλα ξένα
εκτός απ’ τα όνειρα

ήρθαν πάλι να ράψουν το σπίτι

 

     Μισέρημος, Μανδραγόρας, 2018