Ήταν ωραίο εκείνο το απόγευμα με την ατέλειωτη συ-
ζήτηση στο πεζοδρόμιο.
Τα πουλιά κελαηδούσαν, οι άνθρωποι πέρναγαν, τ' αυτο-
κίνητα τρέχανε.
Στο απέναντι παράθυρο το ράδιο έπαιζε ρεμπέτικα
και το κορίτσι του διπλανού μας τραγούδαγε το ντέρτι
του.
Φυλλορροούσε η ακακία κι ευώδιαζε το γιασεμί
και μες στην Τάπια τα παιδιά παίζαν κρυφτούλι
και τα κορίτσια γύρναγαν σκοινί-
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από θάνατο,
παίζαν στην Τάπια και δεν ξέραν από τύψη,
κι εγώ τους αγάπησα πολύ τους ανθρώπους εκείνο το
απόγευμα,
δεν ξέρω γιατί, πολύ τους αγάπησα, σαν ένας μελλοθά-
νατος.

  Ο αλλήθωρος, 1949