Κύριε, μην απορείς για την τόση μου πίστη
η αγάπη μού υπαγορεύει την πίστη.
Δε σε παρακαλώ για τον Νικήτα ούτε για τον Χαρίλαο
μήτε για το Νικόλαο που δεν πρόφτασε να βαρεθεί τις προσευχές.
Τον Αντώνιο κάνε καλά, τον Αντώνιο.
Όταν ήταν μικρός και ελεύθερος,
ασχολούνταν κι αυτός με τα γράμματα και τις τέχνες
ήταν κάτοχος της αρχαίας ελληνικής και του άρεζε να παίζει ακορντεόν.
Όμως τώρα είναι δούλος μου – μη ρωτάς πώς.
Έχω εξουσίαν επάνω του τού δεσμείν και του λύειν.
Μπορώ να τον κάνω ό,τι θέλω.
Μπορώ ακόμα και να τον λευτερώσω, αν και μου είναι οδυνηρό
εξάλλου εργάζεται αποδοτικά με τη μεγάλη του ρώμη.
Γι’ αυτούς, Κύριε, τους λόγους και γι’ άλλους πολλούς
κάνε καλά τον Αντώνιο, το δούλο του δούλου σου.
Αν παραστεί ανάγκη, μπορεί να γίνω και χριστιανός.
Όμως καν’ τον καλά, μόν’ αυτό σου ζητώ, τίποτ’ άλλο.
Θα ’ταν ανήθικο κάθε άλλο που θα τολμούσα να σου ζητήσω.

  Η εποχή των ισχνών αγελάδων, 1950