του Χάρη Βλαβιανού (από το βιβλίο Ποιον αφορά η ποίηση; Σκέψεις για μια τέχνη περιττή, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, 2007)

 

 

                  μόνο με τη σκέψη των
                                                    συναισθημάτων και το συναίσθημα της σκέψης
                                                                                             Φερνάντο Πεσόα

 

 ...Θα πρέπει κάποτε να σηκώσεις το βλέμμα σου από τις ραψωδίες του Ομήρου, για να αντικρίσεις επιτέλους και την πραγματική Τένεδο.
       Όλ' αυτά τα τεχνάσματα εξευγενισμού του ύφους, που ακόμη και σήμερα θεωρούνται από πολλούς απαραίτητα, δυστυχώς κι από σένα, έχουν εξωθήσει την ποίησή μας στο περιθώριο· όχι εκείνο στο οποίο πάντα βρισκόταν, και είναι καταδικασμένη ευτυχώς να βρίσκεται, αλλά στο άλλο, το πιο ουσιαστικό αυτό της συνείδησής μας. Με κίνδυνο να θεωρηθώ αγενής, θα έλεγα πως οφείλεις (επειδή το παρελθόν έχει αρχίσει κιόλας να βαραίνει) να παραιτηθείς εντελώς από την προσπάθεια. Τα ποιήματά σου, λυπάμαι που θα σου το πω, δεν είναι παρά παιδαριώδεις ασκήσεις εντυπωσιασμού που δεν συγκινούν πλέον κανέναν, πλην φυσικά αυτών των ολίγων (λίγοι είναι, ελάχιστοι, κι ας παρελαύνουν όλη μέρα με τα εύσημα του ελλανοδίκη) που φροντίζουν για λόγους ιδεολογικής αλληλεγγύης (ας το πούμε έτσι, για να ξεμπερδεύουμε) να τα υποδέχονται κάθε φορά με τον προσήκοντα ενθουσιασμό. Όχι μόνο δεν μπορούν πια να οδηγήσουν τον αναγνώστη «με σεμνή μεγαλοπρέπεια στην πολυτέλεια του λυκόφωτος» (για να χρησιμοποιήσω μια φράση του αγαπημένου σου Κητς) αλλά, αντίθετα, τον εξουθενώνουν με κοινότοπα «ξεσπάσματα ισχυρών συναισθηματισμών» (δικός σου στίχος). Ο ήρωας των ποιημάτων σου μου θυμίζε, θα έλεγα, τον άνθρωπο εκείνο που, επειδή έχει κληρονομήσει ένα ρολόι από τον πατέρα το, δεν μπορεί ποτέ πια να κοιτάξει την ώρα χωρίς να νιώσει δέος.
      Η σιωπή σ' αυτές τις περιστάσεις είναι προτιμότερη από τη βέβαιη αποτυχία, αποτυχία στην οποία δεν χρεώνεσαι μόνο εσύ, ο αυθεντικός (και αυτόκλητος) θεματοφύλακας της παράδοσής μας, αλλά και η ποίηση δηλαδή όλοι μας, και οι αντιδραστικοί κοσμοπολίτες ακόμη.
     Με ρωτάς στη δική σου επιστολή, με ισχυρή δόση ειρωνείας φυσικά, «ποίαν αγωγήν συνιστώ εις τον ασθενή». Θα σου απαντήσω ευθέως· ούτως ή άλλως, εδώ που έφτασαν τα πράγματα, δεν έχει νόημα πια να ξεγελάμε τους εαυτούς μας με σεμνότυφους υπαινιγμούς και φιλολογικά bras de fer. Εν συντομία λοιπόν, για να μη σε κουράζω άλλο: πιστεύω πως μόνο μια γραφή που διατηρεί το βλέμμα της προσηλωμένο στο θέμα του ποιήματος (υπάρχει πάντοτε θέμα, όσο ανυπόστατο ή ρευστό κι να φαίνεται, όσο «λεξίδουλο» κι αν είναι) και το αναπτύσσει σε μια ανεπιτήδευτη γλώσσα, όχι την ψεύτικη, την ποιητικίζουσα του συρμού, αλλά τη φυσική γλώσσα των ανθρώπων, μπορεί να επιτρέψει στην ποίησή μας να ανασάνει ξανά. Να προσθέσω το αυτονόητο (είναι άραγε;): πως η γραφή αυτή θα πρέπει ν' ανταποκρίνεται στην πραγματική ροή των συναισθημάτων (και συναίσθημα δεν σημαίνει αισθηματολογία), όπως αυτά φιλτράρονται και κατευθύνονται από τη σκέψη.
     «Από τη σκέψη». Ξέρω πόσο σε τρομάζει η λέξη. Παραφράζοντας και πάλι τα λόγια του Κητς (που τόσο λίγο φαίνεται να τον γνωρίζεις), θα έλεγα πως προτιμάς να παντρευτείς ένα εικονογραφημένο, απονευρωμένο αίσθημα παρά να διακινδυνεύσεις να προδοθείς από μια ουσιαστική σκέψη. Όμως η ποίηση δεν ισορροπεί μόνο πάνω από το «βάραθρο της καρδιάς» (άλλος ένας πετυχημένος στίχος σου)· υπάρχουν και άλλα βάραθρα περισσότερο επικίνδυνα, αλλά κυρίως περισσότερο αναγκαία· και είναι, νομίζω, δείγμα ανεντιμότητας το να υπεραπλουστεύει κανείς μια δύσκολη αλήθεια, μόνο και μόνο για να τη φέρει στα μέτρα του. Η ποίηση έχει σημασία, όχι απλώς επειδή «είναι το πιο θαυμαστό στολίδι της ζωής μας», όπως μου γράφεις, αλλά επειδή είναι η ίδια η ζωή. Και ο ποιητής που προδίδει αυτή τη ζωή υπεραπλουστεύοντας ή εκλαϊκεύοντας την ουσία της προδίδει και την ποίηση.
     Θα μπορούσα να επεκταθώ και σε άλλα, πιο ειδικά ζητήματα που ενδεχομένως θα ξεκαθάριζαν λίγο περισσότερο τα πράγματα. Όμως το «βάραθρο της καρδιάς» που μας χωρίζει δεν νομίζω πως γεφυρώνεται πια. Αν ξαφνικά, ωστόσο, με ρωτούσες: «Ωραία, φίλε μου, τι με συμβουλεύεις να κάνω;», φοβάμαι πως η απάντησή μου θα ήταν: «Να ξαναγεννηθείς». Αλλά αυτό δεν γίνεται· οπότε ας μείνουν τα πράγματα ως έχουν. Από την πλευρά μου, να είσαι βέβαιος, πως δεν σκοπεύω να επανέλθω στο ζήτημα. Ούτως ή άλλως, το μερίδιό μας στην ομορφιά θα το ορίσουν άλλοι· σίγουρα όχι αυτοί που σήμερα επιμένουν να υμνούν τις ανέραστες, κογχυλόφθαλμες νύμφες και ικανοποιούν τα πάθη τους κολλώντας το μάτι τους στην κλειδαρότρυπα της ζωής.