- 2022
Τα ξέρω,
τα φαντάζομαι
εκείνα τ’ απογεύματα:
Φλεβάρης
και το σπίτι κρύο,
τα παιδιά με πυρετό,
ξυπόλητα
να τρέχουν γύρω γύρω,
ποιος έσκισε τη ζωγραφιά
που κράταγε έκπληξη η ζωή
για τη μαμά,
για τη μαμά,
–μουντζουρωμένη μέρα,
ο ήλιος μαύρος,
μ’ αραιές ακτίνες,
αχινός–
(πού να το φανταζόσουν)
ο σύζυγος
πάλι στη δουλειά
–πολλή δουλειά–
το φαγητό
στο μάτι ξεχασμένο,
παραδομένο στον βρασμό,
να σώνεται,
να σώνεται όπου να ’ναι
το νερό,
η υπομονή,
η αντοχή,
να ’χει χωρίσει ήδη
το κρέας
απ’ τα κόκκαλα,
σχεδόν το σώμα
απ’ την ψυχή,
να έχουν λιώσει όλα,
να έχουν εξαφανιστεί,
–σειρά να ’χουν τα όνειρα.
Και τα ρολόγια
να ’χουν τρελαθεί,
να δείχνουν τρεις και τέταρτο
τον τελευταίο αιώνα,
το βλέμμα
παλαβό πουλί
να προσπαθεί συνέχεια
να φύγει έξω απ’ το κλουβί,
να βρίσκει πάντα τοίχο
με τη γαλήνια εικόνα
ενός ξένου,
άλλου Ιησού,
παράξενα μειλίχιου,
ύποπτα συναινετικού,
όχι εκείνου του οργισμένου,
του δικού μας,
που αρπάζει το μαστίγιο,
τα κάνει όλα
γυαλιά-καρφιά.
Ακροβασίες της ανάγκης,
της στιγμής,
πάνω στην κόψη
του λεπτού:
πάντοτε πέφτεις έξω.
Στου βλέφαρου το γύρισμα
γλιτώνει (αν γλιτώσει)
το ρούχο απ’ το σίδερο,
η κατσαρόλα απ’ τη φωτιά,
η ελπίδα
απ’ την παραίτηση.
Αχειροκρότητοι,
αόρατοι περνούν
–ελλείψει αυτόπτη μάρτυρα–
όλοι εκείνοι οι άθλοι,
οι καθ’ υπέρβαση εαυτού
απελπισμένες Έξοδοι
στην άλλη άκρη,
της φθοράς,
όλες οι καθημερινές,
ήσυχες γενναιότητες
που τις ωθεί η απόγνωση.
Απ’ την πολλή επανάληψη
γίνονται κι αυτονόητες:
ποια σύζυγος δε σέβεται
την ιερή ξεκούραση
κάποιου που μόλις γύρισε
από τη βιοπάλη,
δε στρώνει τα μαλλιά της
μην μοιάζει σαν τη Μέδουσα
δεν κάνει ησυχία
πνίγοντας μέσα τις κραυγές,
δε βάζει στο τραπέζι
μερίδες, τις καλύτερες,
στους άλλους
απ’ τη σάρκα της,
μένει απομεινάρι,
ποια μάνα δεν αφήνει νηστικά
πρόθυμα τα χαρτιά της
για να ταΐσει τα παιδιά;
Και ποια δε μετανιώνει;
Άλογα στο στήθος, ΑΩ, 2022
