Το πρωί έφεγγε ο ήλιος
τα δυο της στρογγυλά άσπρα γόνατα
σαν ήλιος
μέσα σε πηγάδι
καυτός
άναβε τις κουρτίνες

Ο βραδινός μονόφθαλμος
άναψε τις κουρτίνες
κι ήταν μόνος
με το μαύρο πανί στο τρύπιο μάτι
μ' αυτό που έβλεπε τον κόσμο
ροζ
τις νύχτες

Κι οι νύχτες
ήταν άγριες για όλους
κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
περνούσαν έρχονταν
κάπνιζαν τα φουγάρα
κανείς δεν ξέχναγε το αίμα
έβγαινε ο παπάς
έβγαινε ο στρατιώτης
κι ήταν πάντα νύχτα
νύχτα μεγάλη
νύχτα
νύχτα

 

     Παραλογαίς, 1948  [Ποιήματα 1945 -1998, Κέδρος, 2014]