Πρέπει επειγόντως να αποκοπεί το «πρέπει»
από την αξιοπρέπεια, τώρα
που βλέπω έναν ήλιο - χρυσό μέσα στη σκόνη –
να φέρνει χιόνι
στο επάργυρο χερουβείμ που γυάλισα το πρωί, δώρο –
ηττημένων Χριστουγέννων – από έναν κεραμοποιό
που έφτιαχνε αγάλματα και τα έθαβε στο χώμα· έδειχναν παλιά,
και τα πουλούσε. Τα απογεύματα
περίμενε μία Μαρία στην παραλία·
την είδε ακίνητη στην άμμο, παντρεύτηκαν,
έκαναν τρεις γιους που πλούτισαν καλά, εκείνη,
χήρα πια, διασκεδάζει σπάζοντας πήλινα περιστέρια –
ύστερα, ακουμπάει με απορία στην παλάμη το μάγουλό της
και μειδιά.
Ποτέ δεν κάνουν το καθήκον – ξανθά μαλλιά,
αποθηκευμένες παραβολές,
ράβδοι χρυσού, σπίτια, ονόματα και τίτλοι·
παράξενο, διότι η αξιοπρέπεια, αιώνες τώρα –
πολύ πριν γίνει λέξη – ήταν η αρετή,
αυτού που διέκριναν οι πολίτες ως ισοβαρή.
Λαμπροκλή ονόμασε τον πρώτο γιο του ο Σωκράτης,
αριστοκρατική τιμή
στην επιφάνεια του πεθερού του – διέκρινε η Ξανθίππη
πως έπρεπε να επιβάλλεται απρόσωπα,
ή να ξεχωρίσει· Σωφρονίσκο τον δεύτερο,
για τον πατέρα του, που ως λιθοξόος
υπάκουε στη γεωμετρία των αρχιτεκτόνων· Μενέξενο
τον τρίτο, λόγω άγνωστης συνοχής.
Ο κεραμοποιός είχε και μια κόρη,
την Ελένη· αυτή μου έστειλε το χερουβείμ.


   Παναγιές Ελένες, Ίκαρος, 2014