Τα πορτοκαλόχερά της
βούλιαζαν στους αέρηδες
καταβρόχθιζαν τα δάκρυα
και τους συριγμούς της Κυριακής
όταν ανέβαινε και κατέβαινε με το σκοτάδι της την πλατεία
ξάφριζε περαστικούς και πνοές
φώτιζε το χειμώνα με το πυροφάνι
τύλιγε τη γη καθώς ξεχείλιζε σε δίχτυα
πριν πέσει μαζί της στη θάλασσα
στριμωχτά στο χέρι της νύχτας έσερνε το μπαλόνι της
και κατέβαζε από τα ράφια τ' ουρανού τα άστρα
για να βάλει δεξιά και αριστερά
στα μανίκια της
τους ληστές


   Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα, Κουκούτσι, 2016