η γλώσσα λάμπει ανάμεσα σε λέξεις ασύνδετες.
σώμα πολυδιασπασμένο, που διψάει για ενότητα.
αναζητώ ένα χέρι, να γεμίσω το γάντι μου.
παιχνίδι επικίνδυνο το παιχνίδι της γραφής
εσύ ζητάς ένα χαμόγελο, νερό στον πάγο
ή ένα άγριο άνθος να φυτρώσει στα βράχια,
σε μια σχισμή.
η Κλαιόμενη Κυρία*
του Πικάσο, έτος 1937,
ξεφύτρωσε και διασχίζει την πλάτη σου.
σκαρφαλώνει πάνω και πίσω τώρα, στον πίνακα.
στον τοίχο αιμάτινος αχταρμάς·
πρόσωπο ή χρόνος αναπόδραστος.
η ανάμνηση των ματιών σου όταν μπορούσες να κλάψεις

υπάρχει φυσικά συγκίνηση στις αντιφάσεις, στα κενά,
στους τραχείς ήχους, στη γεωγραφία,
στις μισοειπωμένες ιστορίες.
αναζητώ ένα χέρι, να γεμίζω το γάντι μου.
γιατί μπορώ να το πω,
«άνθρωπος στον ήλιο, άνθρωπος στον ήλιο!»
για το θαύμα μπορούμε να γράφουμε
μα ο κύριος ελέφαντας κατέρχεται,
μου ποδοπατάει το σπίτι.
«να τον διαγράψεις», διέταξες κάποτε, herr εραστή.
θα μπορούσα

αν η γλώσσα δεν ήταν το διάστιχο.

κοίτα,
όλα στον αέρα — λάμπουν.

 

     Μαύρη Μωραλίνα, Κέδρος, 2010

 

 

* Εσκεμμένο γραμματικό και νοηματικό ολίσθημα. Ο πίνακας του Πάμπλο Πικάσο τιτλοφορείται «The Weeping Woman» (= Η Κλαίουσα Γυναίκα). Ο επίσημος τίτλος στα ελληνικά είναι «Η γυναίκα που κλαίει».