Στην Κ.Ξ.

 


Με του λύκου το φως στον αυχένα
ανέωξε ο πόρος της δημιουργίας
μασώντας ιώδιο και θυμάρι
κι εκείνη η λευκή κουκουβάγια
καρτέραγε σαν ευλογία το χιόνι
στου χώματος το σκορπισμένο κορμί

Πλατεία Κανάρη η ώρα δώδεκα
ταλαντωνόσουν καπνίζοντας
με τη φτέρνα του Αχιλλέα
σημαιοφόρο ευχής και θυσίας
απόστρεψε το βλέμμα από εμέ
είχες πει λύγμια την άκληρη

Η προσευχή στην πηγή της παρθένου
σαν χάραζε της επιθυμίας ο πόνος
αλάφιασε τον παλλόμενο δέκτη
λειαίνοντας του δόγματος την τράχωση.
Έτσι κι αλλιώς η θεότητα αναπηδάει
στης ευαισθησίας τη συχνότητα

Δεκαπενταύγουστο γονάτισα
σε σπασμένο γυαλί εγώ ό άθρησκος
κι από την καφετιά πέτρα της Εύβοιας
ανέβλυσε το μύρο των ερώτων.
Σ’ είχα σπουδάσει όπως ο πειρατής
ψηλαφίζει της Μεσόγειος την αγνότητα

Όταν πλανεύτηκες γυμνή στο παραπόρτι
απ’ τα φανάρια της Άρτεμης
είδα στην κόρη του ελαφιού σου
ν’ ανοίγει το πιο κρυφό της όστρακο
και το μαργαριτάρι έκρηξη
σαν λάλον ύδωρ

Κι έγινα όλος ένας ερχόμενος
ο Ίων της γενιάς μου.
Εσύ ανάλευκη με δέχτηκες
με την απεραντοσύνη της προφητείας
της δελφύος συνταξιδιώτης
στη λύτρωση του σπασμού

 

        Εναγωνίως αγχιβατώντας, Γκοβόστης, 2019