Τα ταξίδια που έκανες,
Βαρκελώνη, Γρανάδα, Κόρδοβα, Αθήνα, Μαρόκο.
Απ’ όσα κατάλαβα και θυμάμαι,
κράτησες όλη την υδρόγειο
μ’ αμμουδιές, θάλασσες,
γκρεμούς και βράχια στη χούφτα σου.
Μου είπες
και δεν είχα λόγο να μη σε πιστέψω
πως είδες από κοντά
πως προκύπτουν τα θαύματα.
Οι φωτιές που έβγαζαν μ’ ένα φύσημα απ’ το στόμα,
αρλεκίνοι με διαμαντένια δάκρυα
και ασπρόμαυρα χαμόγελα.
Η κοπέλα με τα δύο κεφάλια, τα δύο χέρια
και το ένα όνομα
που ένας νάνος κουτσός από τ' αριστερά
κυνήγαγε ξελιγωμένος
τα τούλια από το πέρασμα της.
Και εσύ,
με πείσμα την παιδική σου αφέλεια
πίεζες τον εαυτό σου να απαντήσει
αν θα μπορούσε να την ερωτευτεί.
Ο κλόουν καβάλα στ’ αστείο ποδήλατο
με τη μονάχη τεράστια ρόδα
και τις πολύχρωμες κορδέλες στο τιμόνι
που σου χάραζαν πορεία.
Ελέφαντες ταξιδευτές
σα δουλοπάροικοι παρελαύνουν,
ντυμένοι με το ίδιο κατακόκκινο
φτηνιάρικο σάλι στη ράχη.
Θυμίζουν μαθητική παρέλαση
και υποσυνείδητα σου τη δίνει.
Δίπλα στα πόδια σου
στη μπροστινή τσέπη από την τσάντα πλάτης σου
ένα κουβάρι παλιόχαρτα, φέιβολάν
εισιτήρια μουσείων,
χάρτες χιλιοπατημένοι
από τσακισμένες προοπτικές,
ανοίγουν ξώφαλτσες λεωφόρους.
Με μπλε στυλό κυκλώνουν τα όνειρά σου,
εκεί που προσπάθησες
να στριμώξεις τις μέρες σου.
Να σε ρωτήσω,
τελικά τα κατάφερες;
Και στο λέω τώρα
γιατί τώρα ξέρω
πως κανείς από όσους γνώρισα
δεν έφυγε πιο μακριά από εσένα.
Κανείς δεν πήγε πιο πέρα από σένα.
Κανείς δε με πήγε πιο πέρα από σένα.
Εσύ μου έδειξες από κοντά,
πως προκύπτουν τα θαύματα.
Εσύ μου ‘μαθες πως
φωνάζουν τα φιλιά όταν πέφτουν.
Είναι η πρώτη και τελευταία φορά που το λέω
και μόνο για απόψε
σου επιτρέπω,
πάρ’ το όπως θες:
Ίσως όπως γέλαγες
και έτρεχες να προλάβεις το τρένο
μπορεί να έπεσα από την τσέπη σου.
Δεν εξηγείται αλλιώς.
Γιατί μόνο η καρτ ποστάλ γύρισε πίσω.
Αυτή που μάλλον τότε
προσπαθούσε να με πείσει να σε ακολουθήσω
σε ένα μέρος που ξέρω
πως για κάποιο λόγο που ποτέ δε θα μάθω
δε θα ‘χω την ευκαιρία να ξαναπάω.
Αυτή με τα ιστορικά κτίριά της,
τον καθεδρικό, τα χαμόσπιτα,
με τις λίγες αναπόφευκτες
εδώ και εκεί
φρικτές πολυκατοικίες,
το ξύλινο γλυπτό
που αν θυμάμαι καλά περπάτησες
απ’άκρη σ’άκρη
κάπου στη Σεβίλλη.

Απόψε και μήνες μετά,
τη σφίγγω στον κόρφο μου
κι απ’ τα παραθυρόφυλλα τα κλειστά
στην απύθμενη χάση
από του δειλινού το γαλάζιο
μέχρι τα κωλόστενα της μικρής μας πόλης,
αριστερά και τέρμα κάτω γωνία
σκάω μετωπική
στον ήδη ραγισμένο σε χιλιάδες κομμάτια
πάτο της καρδιάς μου
προσπαθώντας να σε διακρίνω.
Απόψε, σε ψάχνω όσο ποτέ.
Σε ψάχνω όπως κανείς ποτέ δε σε έψαξε.
Οι σελίδες από το αγαπημένο σου βιβλίο τρενάρουν στα μισά
από την άκρη του κομοδίνου μου,
«Οι νύχτες μου μακριά σου»
ταινία και πραγματικότητα,
το τραγούδι με τα δάχτυλά σου
να κοντοστέκονται στα μαλλιά μου,
ο αφόρητος φόβος σου για το θάνατο
που δεν μπόρεσα να καθησυχάσω,
τα αρχιτεκτονικά σχέδια
του παιδικού σου δωματίου
χαραγμένα νοητά μα εφ’ όρου ζωής
στην αναστροφή της παλάμης μου
και ένα πρώτο απροετοίμαστο φιλί εξαπίνης
απ’ αυτά, που όταν πέφτουν φωνάζουν
μετά την παρολίγον κρίση πανικού μου
τα μυωπικά ορθογώνια γυαλιά σου
με θαμπώνουν
και γλιστράει μια για πάντα
από τον ουρανό και τα μάτια μου
το πυροτέχνημα.
Το κουρασμένο σου χαμόγελο
κουλουριασμένο σε δουλεμένα σεντόνια
πρωινό Κυριακής
αρχές πολύ καλοκαιριού
με τις πρώτες ζέστες,
να βρίσκουν το βέλος και εμένα
γαντζωμένους από το ιδρωμένο σου επτά
που τα άγρυπνα -από τα τόσα θαύματα-
μάτια μου
επίμονα παρακαλούν
να αλλάξουμε θέσεις.
Γιατί στα δικά μου ταξίδια
σε αυτά που δεν προλάβαμε να πούμε
τα μικρά, τα διήμερα
τόσο όσο Κυθήρων-Σικελιανού
-βγαίνεις Αβέρωφ
ανάβεις τσιγάρο
και πάλι πίσω-
αυτό που πάντα με πλήγωνε περισσότερο
ήταν και θα είναι οι δείκτες του ρολογιού σου
που κόβουν βόλτες άσκοπα
αγνοώντας παντελώς
την πραγματική αξία του χρόνου
πάνω στον καρπό σου.

 

       Καρτ ποστάλ, Φανζίν, Σεπτέμβριος, 2016