Δεν συγκρατώ παρά μόνο σπαράγματα
Νομίσματα που τα λιώνει η χρήση
και τα γυρίζει η μνήμη
στην πρώτη τους λάμψη

Ξέρω αδειάζει εύκολα μια αγκαλλιά
Βουλιάζει και χάνεται
καθώς την καίει η φωτιά κι όλο ψηλώνει

Δεν μένω σ' αυτό
δεν θέλω και να το χάσω
Κρατώ τον λευκό σου λαιμό
το ωραίο κεφάλι
τα μαλλιά σου, αρχαία χορτάρια
που κυματίζουν ποτάμι στο στέρνο μου

Γλιστράς νύφη πλωτή ως τη θάλασσα
Στη ζεστή της την άμμο
στα κρίνα που ακόμη ριγούν
λευκά στο ελάχιστο φύσημα
Εδώ μεθούσες σε κρήνες περίτεχνες
με σιωπές και ψιθύρους των φύλλων
Στο βράχο που τον σκάβει το κύμα
καθώς τραβιέται το νερό
και σχεδιάζει πάλι την επιστροφή

Χιονίζει σιωπή
κι εγώ επιμένω να σηκώνω ρήματα πλαγιασμένα

 

     Τα χειρόγραφα της βροχής, Καστανιώτης, 2003