Στην οικογένειά μου ήμασταν όλοι ανέγγιχτοι
γίνονταν όλα υπόκωφα και τελετουργικά.
Ο πατέρας πίστευε πολύ στην Βίβλο
τα βράδια πίσω από την ξύλινη πόρτα
φίμωνε το στόμα της μαμάς.
Ακούγαμε πνιχτούς ήχους
όπως το χιόνι όταν.
Η μαμά είχε πάντα μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια
για πρωινό τρώγαμε ξερό ψωμί και γάλα.
Εγώ και η αδελφή μου
μόλις κλείσαμε τα δέκα
αποκτήσαμε φτερά.
Όταν ο πατέρας ερχότανε στην κάμαρα
για την διαδικασία της εξέτασης
να διαπιστώσει την καθαρότητα
βγάζαμε τα εσώρουχα,
ανεβαίναμε σε ένα σκαμνί
και σηκώναμε τα φορέματα.
Ύστερα πετούσαμε σ’ ένα μαύρο ουρανό
που έβρεχε βράχους.
Μία μέρα του δανείσαμε φτερά.
Αργότερα θα τον βάλουν σε ξύλινο κουτί.
Λίγο στενό.
Εμείς από τότε πετάμε συχνά.
Όταν.

 

     Οι ομοτράπεζοι της άλλης γης, Γαβριηλίδης, 2016