Περπατούν αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανένα.
Πού και πού αφήνουν μια τούφα από μαλλιά
υγρά χνάρια στον διάδρομο
πιάτα με αποφάγια στην κουζίνα
αποτυπώματα στο πόμολο μιας πόρτας,
ένα λευκό μαντήλι στην τσέπη ενός παλτού
μια μελωδία από ένα μουσικό κουτί
που δεν άκουσα ποτέ.
Ω, πόσο αγαπώ τους ξένους της οδού Καραολή.
Χρόνια τώρα ζω μαζί τους.
Κάθονται απέναντι μου όταν γράφω.
Είναι σαν να με κοιτούν μέσα από γυαλί.
Σαν να απλώνουν το χέρι να μ’ αγγίξουν.
Σαν κάποιοι απ’ αυτους
λίγο να με αγάπησαν
μα ξέχασαν το πότε και το πώς.
Πόσο διακριτικοί είναι οι ξένοι της οδού Καραολή.
Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ’ την ψάθα.
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει.

 

     Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς, Γαβριηλίδης, 2012