Μια γυναίκα κλαίει
Τρυπημένη απ τη μύτη της βελόνας
Πέρα απ τα σύννεφα
Στο βροντερό παρόν του κεραυνού
Κομματιάζει
Τη θύελλα, ράβει
Το φόρεμα της Γεμάτο καταιγίδα.

Μια γυναίκα γράφει
Αίμα στάζουν τα μάτια της
Πίσω απ’ το ηλιοβασίλεμα
Στην απουσία των σκιών, τις νύχτες
συντρίβει
τις λέξεις, βάφει
κόκκινα τα θραύσματά της.

Μια γυναίκα προσμένει
θλίψη κι ελπίδα στα χείλη της
παράλληλα με τη φωνή του σταθμάρχη
στις αποβάθρες
αφίξεων η αναχωρήσεων, αδιάφορο
και οι δύο
σφραγίζονται με φιλί.

Μια γυναίκα γελάει
κάθε που τη φωνάζω θάλασσα
ασφαλές το ναυάγιο, ξέρει
ακολουθεί ο πνιγμός μου.
Κλαίει, γράφει, προσμένει, γελάει
η γυναίκα μου.

 

     Εξόριστες σκέψεις, κύμα, 2018