Απολογούμαι για κάτι που δεν ξέρω να πω πώς αλλά συμβαίνει.
Είμαστε εδώ-
στο κομμάτι αυτό του ποταμού που ανεβαίνει.
Τριγύρω λόφοι/ ένας γαλάζιος ουρανός/
αυτό που δεν θα σου δοθεί ποτέ ξανά/ σκόνη.
Το χέρι σου πλέει μέσα στο χέρι μου
πρώιμο και ζεστό.
Προσπαθείς ν’ ανασάνεις.
Ν’ αντιληφθείς τη νέα αυτή πραγματικότητα που σε περιβάλλει
χωρίς απαίτηση, φυγή ή εναντίωση.
Ό,τι σ’ απορροφά αυτή τη στιγμή
είναι οι ζαχαρωμένοι από την πάχνη μίσχοι
που εύκολα σπας κάτω απ’ το πέλμα.
Μ’ έχεις σχεδόν ξεχάσει.
Ο κόσμος μπροστά
-βίαιος-
-με τους κόσμους του-
κι εσύ παίζεις.
Υπομένοντας τις αδιάκοπες μεταμορφώσεις του αέρα
απολαμβάνοντας με τις αισθήσεις ανοιχτές-
τα ανασηκωμένα λέπια της συνείδησης
μόλις μαθαίνουν να αντιστέκονται στην εκκωφαντική αυτή ρητορεία.
«Άνεμος»- λέω.
Είσαι αρκετά μεγάλη για να καταλάβεις
πολύ μικρή για να μπορείς ν’ ανταποδώσεις
τη φιλοφρόνηση μίας ακόμη άγνωστης λέξης.
Ο ποταμός συστρέφεται.
Η επιφάνειά του ρυτιδιάζει.
Θα ‘θελα να βαδίζαμε εδώ, μαζί, για ώρες
μέσα από τις αβέβαιες εκκολάψεις του νερού
συσπάσεις/ βαθουλώματα/ οι όγκοι
ένας μηχανισμός από ροές
παρασύρει το τοπίο σε κίνηση.

Χωρίς να σε πείθω
θα ‘θελα να μπορούσα να σου πω
αυτό θα κρατήσει και μετά από μένα- μετά από μας.
Το μπλε φουσκώνει τον ορίζοντα μπροστά μας.
Το μελάνι πρήζεται από την τεταμένη αναμονή
-επιμένω, λοιπόν, να εξαντλήσω έτσι το χρόνο που μου απομένει-
Κάτι μοιάζει να λες.
Τέλεια πλάσματα της ομιλίας ενδώσαμε
μιλήσαμε
(αυτή είναι η μία όψη της πραγματικότητας, η μία όψη του κόσμου)
Θέλω να πω-
Λέω: καθαρό
και στρέφω αλλού το βλέμμα.

 

      Η Επίμονη Αφήγηση, Πατάκης, 2017