Οι ομιλίες μάς κράτησαν ως αργά μέσα στη νύχτα.
Είμαστε στο σκοτάδι.
Γύρω μας πράγματα
όλα εκείνα τα μικρά γνώριμα πράγματα που μας έδεναν
εμψυχωμένα απ’ τη γαλήνη
προφέρουν τα ονόματά τους: καρέκλα, τραπέζι, σταμνί.

Τίποτα δε ζητάει πια η ψυχή.
Συλλογίζομαι τις μεγάλες αγάπες
την άνοιξη
σαν ένα στήθος που πάλλεται υπνωτισμένο
τη φυσιογνωμία σου πίσω απ’ το τζάμι
και το τζάμι
(ένα παράξενο φυτό χορεύει στη βροχή).

Τα έλατα αχνίζουν μέσα στον ύπνο τους.
Άνεμοι γυροφέρνουν τα άστρα.
Βρυώδεις αποικίες νυχτωμένων νάρκισσων
πυρακτώνουν μεριές-μεριές τη σιωπή.
Πώς είναι η νύχτα τόσο σκοτεινή
αφού το ονειρικό παραφυλάει
αφού εκεί έξω το φεγγάρι
και η μυστική ζωή της γης –

Τα μάτια των άγριων ζώων παίρνουν τη γεύση σου.
Τα χείλη σου είναι κρύα
και η αυγή θα έρθει κρύα και αυτή
χιόνι που πλημμυρίζει από πορφυρό σύννεφο.

 

      Τρεις Νότες για μια Μουσική, Νεφέλη, 2004