στον Κώστα Χαραλάμπους


μιλούσε μια ξεχασμένη γλώσσα
από τα χρόνια των κατακλυσμών
τα βράδια ψήλωνε επικίνδυνα
κυνηγούσε πουλιά
σε διάττοντες που έσβηναν
τα σέρβιρε στο πιάτο μου
με τα φτερά και τα κεφάλια τους

ζωγράφιζα λέξεις
στο θέναρ της παλάμης του
πάσχιζα να χωρέσω σε μια καμπύλη
ζωές τεθλασμένες
κι όλο ζητούσα μια νυχτερίδα
για το κοκαλάκι της
-που φέρνει, λέει, τύχη-

κάποτε χάθηκε
στη νύχτα
τον είδαν να βαδίζει σε αρχαία χωριά
με μια δεμένη κόκκινη κλωστή
στον ίσκιο του

έψαχνε έναν τρόπο να ζήσει

(εγώ είχα ήδη από καιρό πεθάνει)

 

    Μελάνι στον ουρανίσκο, Εκδόσεις Μελάνι, 2015