- 2015
Είν’ ένα καϕενείο, σε ακροθαλάσσι,
λιγάκι ερημικό. Γέροι ξωμάχοι
μαζεύονται, που απόμειναν μονάχοι,
να βλέπουν τη ζωή που έχει περάσει.
Αλλά το χούι, απ’ όλους τελευταίο
θα ϕύγει: μερικοί παίζουνε τάβλι,
και στα χαρτιά το ρίχνουν οι πιο ϕαύλοι
που με τους πλέον εκϕύλους τους συγχέω:
αυτούς που ’χουν το νου τους στο γαμήσι
– μπορούνε δεν μπορούν, αδιάϕορό τους.
Σαν μάστορα έχουν βρει και διάβολό τους
μία γιαγιά, που πάει να τους τσιγκλήσει.
Μα την προσέχει πάντα ένας παππούλης,
σαράντα χρόνια τώρα σύντροϕός της,
άγρυπνος παραστάτης και ϕρουρός της,
αν και υπήρξε επίσης τσαχπινούλης.
“…Πού είσαι;” όλο ϕωνάζει, “βρε γυναίκα”,
– δήθεν αδιάϕορος, μες στα χαρτιά του,
μέσα του βράζει, τρέμει η καρδιά του –
“άργησες ήδη... περασμένες δέκα…”
“…Άντρα μου, μια στιγμούλα έλειψα μόνο,
κρασάκι απ’ το υπόγειο να πάρω.
Νομίζεις, τάχα πήγα να ϕλερτάρω;
– Τώρα μόνο θα ϕλέρταρα το Χρόνο…”
Τρίτη γενιά, Τυπωθήτω - Λάλον Ύδωρ, 2015
