Η σκουριά που πέφτει είναι
Από την καρδιά μιας κομψής πόρνης κάτω
Απ’ τη μαγεμένη γέφυρα –άπλωσέ τη στο
Πηγάδι, χαμηλά. Στις χρυσαλλίδες.

Ψαρεύει το καλκάνι του Γιουβενάλη...
Ψαρεύει το καλκάνι του Γιουβενάλη... Ω,

Η καλόκαρδη Λόττε μου

Που έγινε κορίτσι στα σαρανταδυό.

 

 

         [έντυπη θράκα, 7ο τεύχος]