της  Μαρίας Τοπάλη  (Ποιητική , άνοιξη - καλοκαίρι, 2010)

   

   Ας ξεκινήσουμε από το ερώτημα του τίτλου: Η σύγχρονη ελληνική ποίηση είναι άραγε κάτι σαν «χόμπι», τουλάχιστον αν λάβει κανείς υπόψη την υλική και ηθική αποτίμησή της; Είναι ένα ευγενές «πάρεργο», όπως θα λέγαμε, με μια κρυμμένη, ίσως, δόση περιφρόνησης; Πόσες και ποιές συντεταγμένες ορίζουν μια τέτοια διαπίστωση για την ποιητική τέχνη στη χώρα μας, στις μέρες μας; Θα τις κατηγοριοποιούσαμε, πολύ σχηματικά, σε συντεταγμένες οικονομικο-κοινωνικές, πολιτισμικές (μολονότι τα όρια ανάμεσα στους παραπάνω ορισμούς καθίστανται ολοένα και περισσότερο ρευστά καθώς εξελίσσεται η διεθνής συζήτηση για τη διαδικασία και την οικονομικο-κοινωνική διάσταση του πολιτισμού), και σε κάποιες, τέλος, υποκειμενικές (οι τελευταίες αφορούν την στάση και την κουλτούρα των ίδιων των ποιητών).
   Αλλά ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι.
   1.Ως πρώτη συντεταγμένη θα ορίζαμε την ολοσχερή έλλειψη υλικής αποτίμησης και, αντίστοιχα, αμοιβής ή «αποζημίωσης» της ποιητικής εργασίας. Η δουλειά του ποιητή στην Ελλάδα, δεν αμείβεται, δεν αναγνωρίζεται, συνεπώς ως τέτοια (ως «δουλειά»). Δεν αμείβονται οι δημόσιες εμφανίσεις- απαγγελίες. Δεν υπάρχει εισιτήριο για να παρακολουθήσει κανείς τις απαγγελίες αυτές, ούτε καν συμβολικό. Δεν αμείβεται η δημοσίευση στίχων στα περιοδικά ή αλλού. Δεν εισπράττουν, τέλος, οι ποιητές, παρά σπανιότατα και ελάχιστα «δικαιώματα» για τα βιβλία τους. Συχνά, άλλωστε, τα χρηματοδοτούν οι ίδιοι. Συχνότατα τα βιβλία αυτά οι εκδότες δεν τα προωθούν. Και δεν είναι ασυνήθιστο οι ποιητές (όπως, δυστυχώς, και άλλοι συγγραφείς), να μην πληροφορούνται ποτέ αν και πόσο «πούλησαν».
   Ας μη βιαστεί να αναρωτηθεί κανείς «μα έχει οικονομική αξία η ποίηση;» ή, ακόμη, και να απαντήσει το χονδροειδώς αφελές «μα η ποίηση δεν πουλάει!» Αλίμονο αν η καλλιτεχνική παραγωγή μιας χώρας, μιας κοινότητας, μιας εθνο-γλωσσικής ομάδας, κρινόταν αποκλειστικά και μόνον με βάση το κριτήριο του τι και πόσο πουλάει. Θα έπρεπε τότε σε όλους τους τομείς της τέχνης να επιχορηγούνται και να διακινούνται μόνο τα μπεστ-σέλερ. Μπορείτε να φανταστείτε το θεατρικό, το μουσικό, το κινηματογραφικό, το φωτογραφικό τοπίο υπό την καταθλιπτική αυτή συνθήκη;
   2. Ας επιστρέψουμε όμως στην ποίηση και στην αμοιβή της. Πουθενά, από όσο γνωρίζουμε ή μπορούμε να φανταστούμε, οι ποιητές δεν πλουτίζουν από την εργασία τους. Οι αμοιβές είναι παντού χαμηλές έως συμβολικές. Τα εισιτήρια για να παρακολουθήσει κανείς μία ποιητική βραδιά (πχ στον γερμανόφωνο κόσμο) έχουν χαμηλό-συμβολικό αντίτιμο. Όμως υπάρχουν. Οι αμοιβές, οι αποζημιώσεις, τα συγγραφικά δικαιώματα, είναι χαμηλά - αλλά υπάρχουν. Η ποίηση, από ένα βαθμό αναγνώρισης και πάνω, συνιστά μια πραγματική, νομιμοποιημένη βιοποριστική επιλογή. Μπορεί να είναι μια επιλογή με ρίσκο, μια επιλογή χαμηλού εισοδήματος, μια επιλογή ταπεινού βίου, αλλά είναι μια αναγνωρισμένη, υπαρκτή επιλογή. Και υπάρχουν διαβαθμίσεις εντός του φάσματός της: αν φτάσει κανείς σε κάποια κορυφή, θα λάβει καλύτερες αμοιβές και αποζημιώσεις και προσκλήσεις. Η άνοδος στην κλίμακα έχει και ένα υλικό, πραγματικό, οικονομικό αντίκρισμα.
   3. Η επόμενη συντεταγμένη είναι περισσότερο «θεσμική». Αφορά το πυκνό δίκτυο βραβείων και υποτροφιών που άλλες χώρες παρέχουν σε συγγραφείς, ανάμεσά τους και σε ποιητές. Αν ανοίξετε σύγχρονα ξενόγλωσσα ποιητικά βιβλία θα δείτε πολύ συχνά στο εσώφυλλο να αναγράφεται ο φορέας που παρέσχε τη σχετική υποτροφία, με βάση την οποία εκπονήθηκε το εκάστοτε έργο. Οι βραβεύσεις, φυσικά, θα φιγουράρουν κι αυτές στη λίστα του βιογραφικού. Γιατί άραγε κάποιες κοινωνίες, όχι πάντα σε συνθήκες ευμάρειας και ευημερίας, θεωρούν αυτονόητη την υποστήριξη και τη χρηματοδότηση της ποιητικής εργασίας μέσα από τέτοιους, δημόσιους και ιδιωτικούς, θεσμούς;
   4. Μια άλλη, πολύ διαδεδομένη αλλού, θεσμοποιημένη επίσης, εκδοχή που επιφυλάσσεται στην ιδιότητα του ποιητή είναι εκείνη του ανθρώπου που συντάσσει και εκφωνεί (επ’ αμοιβή, εξυπακούεται) διαλέξεις: είτε περιστασιακά (υπάρχουν, ωστόσο, σε εκείνο το «αλλού» πυκνά δίκτυα φορέων και θεσμών που υποστηρίζουν και καλλιεργούν διαλέξεις τέτοιας μορφής) είτε στο πλαίσιο πανεπιστημιακών κύκλων σπουδών, είτε (γιατί όχι;) και κατά τη διάρκεια επισκέψεων σε ιδρύματα χαμηλότερων εκπαιδευτικών βαθμίδων (λύκεια, γυμνάσια, σχολεία).
   Οι διαλέξεις αυτές απαιτούν, εξυπακούεται, κόπο, προετοιμασία, μελέτη. Συνεπάγονται παρουσία, έκθεση, συνδιαλλαγή. Συχνά καταγράφονται και δημοσιεύονται, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία πνευματικού-κριτικού κεφαλαίου. Παροτρύνουν, σε κάθε περίπτωση, τον ποιητή να ανοίγεται, να επικοινωνεί (να στοχάζεται και πάνω στον δημόσιο ρόλο του), να προσφέρει ποικιλότροπα, να βιώνει τις αντιδράσεις, να επανέρχεται. Συμβάλλουν, από την άλλη, με αυτονόητο τρόπο στη δημιουργία «κοινού» για την ποίηση, ήδη από νωρίς. Για τους μαθητές, τους σπουδαστές, τους επισκέπτες των διαλέξεων ο ποιητής και η ποιήτρια καθίστανται, έτσι, πρόσωπα με συγκεκριμένο περίγραμμα, με αναγνωρισμένο ρόλο εντός της πραγματικότητας και μάλιστα στη συλλογική της εκδοχή (είναι μια εμπειρία που μοιραζόμαστε με άλλους σε δημόσιο χώρο).
   5. Υπάρχει, εξάλλου, και η με άλλους, μη οικονομικούς, τρόπους «αξιακή», «ηθική» αναγνώριση της ποιητικής εργασίας. Ας αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα:
   α) Η τακτική παρουσία ποιητών και ποιημάτων σε έντυπα που δεν έχουν ως ειδικό αντικείμενο την ποίηση, ανεξάρτητα από την επικαιρότητα. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν εν προκειμένω τα ποιήματα που δημοσιεύει το «New York Review of Books» και η «Frankfurter Allgemeine Zeitung» (η τελευταία στη -θρυλική πλέον- «Ανθολογία της Φρανκφούρτης» του χαλκέντερου Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι).
   β) Η, θεσμοθετημένη ή μη, δημόσια παρουσία και παρέμβαση των ποιητών στα δημόσια πράγματα· μια θεσμοθετημένη εκδοχή αποτελεί ο αγγλο-αμερικανικός θεσμός του δαφνοστεφούς ποιητή. Την αυτονόητη, εξωθεσμική παρέμβαση τεκμηριώνουν αλλού τα γεγονότα, όπως π.χ. η δημοσίευση εκ μέρους βραβευμένου γερμανού ποιητή σε μεγάλη εφημερίδα της χώρας του ποιήματος-καταγγελίας της (για πρώτη φορά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο) αποστολής γερμανικών στρατευμάτων εκτός της χώρας, για την εξυπηρέτηση νατοϊκών συμφερόντων. Το ενδιαφέρον δεν είναι ότι η –συντηρητική!- εφημερίδα δημοσίευσε το ποίημα αλλά ότι ο τότε καγκελάριος έσπευσε να απαντήσει με σοβαρότητα και σεβασμό, χρησιμοποιώντας μάλιστα προς επίρρωσιν των επιχειρημάτων του στίχους άλλου ποιητή.
   γ) Ο τρόπος παρουσίασης των ποιητικών βιβλίων στα βιβλιοπωλεία: εδώ εύσημα πρέπουν στις «ποιητικές γωνιές» διάσημων αγγλοσαξωνικών βιβλιοπωλείων αλλά και η εκ μέρους τους αφιέρωση «πάγκων» στην ποιητική επικαιρότητα: για εβδομάδες εκτίθενται, έτσι, σε συγκεκριμένο πάγκο διάσημου βρετανικού βιβλιοπωλείου τα υποψήφια για το βραβείο T.S. Eliot βιβλία- κάτι που γίνεται και για εμπορικότερα είδη, όπως τα υποψήφια για το βραβείο «Booker» μυθιστορήματα. Με τον τρόπο αυτό η διαδικασία της βράβευσης και τα ίδια τα ποιήματα αφενός τιμώνται μέσω της δημοσιότητας, αφετέρου εκτίθενται ακόμη περισσότερο σε κρίση και αξιολόγηση. Μπορεί κανείς να καθίσει και να ξεφυλλίσει με την ησυχία του τα υποψήφια προς βράβευση ποιητικά έργα, παρακινούμενος στην ανάγνωση και, πάνω απ’ όλα, στην κριτική. Η ποίηση γίνεται υπόθεση τουλάχιστον του εν δυνάμει αυτονόητου κοινού της: των θαμώνων ενός βιβλιοπωλείου.
   δ) Η κριτική γύρω από την τρέχουσα αλλά και την παραδοσιακή ποιητική δημιουργία είναι διαρκής, ζωντανή, συγκεκριμένη, κατά το δυνατόν εύληπτη. Σε αυτό συμβάλλουν και αναγνωρισμένοι διανοούμενοι – ποιητές που συχνά αναλαμβάνουν το βάρος και την ευθύνη μιας τέτοιας εργασίας (ας μνημονεύσουμε εντελώς ενδεικτικά τον σερβο-αμερικανό ποιητή Τσαρλς Σίμιτς και τον Γερμανό από τη Δρέσδη Ντουρς Γκρύνμπαϊν).
  ε) Στον αντίποδα των παραπάνω βρίσκεται ο ελληνικός συρμός των «βιβλιοπαρουσιάσεων». Δεν είμαστε σε θέση να αποφανθούμε σχετικά με τη γενεαλογία του πράγματος, διατηρούμε πάντως σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την πραγματική συμβολή της πρόσφατης τούτης μόδας στην υπόθεση του βιβλίου και, πάντως, ως προς την ποίηση μας προκαλεί τεράστια αμηχανία. Ταιριάζει, βέβαια, τούτη η αμήχανη και επιφανειακή κοσμικότητα στη νέο-μιντιακή «ριάλιτι», στην πραγματικότητα της Ελλάδας του 21ου αιώνα, όπου λόγος και εικόνα εκκρίνονται χωρίς το παραμικρό βάρος, χωρίς την παραμικρή συνέπεια, πέρα από το αλύπητο σκότωμα του χρόνου (σαν μια γενικευμένη τάση αυτοκαταστροφής, αλλά στη γελοία εκδοχή της…). Δεν απαγγέλλεται πλέον σχεδόν καθόλου η ποίηση, όπως είναι ο σκοπός κι ο φυσικός προορισμός της. Η φωνή των ποιητών - χαμένη μέσα σε θόρυβο απροσδιόριστης σύστασης. Οι βιβλιοπαρουσιάσεις όμως - αυτές καλά κρατούν…
   5. Ας συνοψίσουμε, τώρα, τα παραπάνω σε πραγματικό και συμβολικό επίπεδο. Οι σύγχρονες εκδοχές του ποιητή ή της ποιήτριας (και ήταν, νομίζουμε, κάπως έτσι και παλαιότερα) στην ελληνική κοινωνία δεν αφήνουν, φοβόμαστε, περιθώρια για πολλές παραλλαγές. Οφείλει, ο ποιητής, να είναι γόνος πλούσιας οικογένειας και να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι θα ροκανίσει δημιουργικά μεν, απολύτως παθητικά δε, το μερίδιό του στην οικογενειακή περιουσία. Ή να είναι οιονεί επαίτης, να ζήσει στερημένος από τα στοιχειώδη, ανταποκρινόμενος σε κάποια εξαμβλωματική εικόνα ρομαντικού ποιητή (μα ποιος ακριβώς διάσημος ποιητής υπήρξε πράγματι τέτοιος κλοσάρ; σκαλίζοντας τη μνήμη αδυνατούμε να ανασύρουμε έστω και ένα όνομα….). Ή, τέλος, επί το πονηρό και ελληνικότατο (βλ. «πατέντα»), να καταφέρει κάπως, με κάποιον τρόπο, να πετύχει μιαν αργομισθία…
   Βραβεία, κατ’ ουσίαν δεν υπάρχουν. Μια χώρα με δυο νομπελίστες ποιητές δεν μερίμνησε ούτε για το στοιχειώδες, που θα ήταν η απονομή βραβείου επ’ ονοματί τους…. Τα υπάρχοντα βραβεία αντί να ενισχύονται και να ριζώνουν και να αποδίδουν με κάθε τρόπο, φυτοζωούν και υπονομεύονται και τρεμοσβήνουν ανάμεσα στα διάφορα «στραβά» τους (κατισχύει εδώ μερικές φορές το αφελές ή αριστερίστικο ή και τα δυο «πονάει πόδι-κόψει πόδι»). Για υποτροφίες ας μη γίνεται λόγος.
   Το «μήνυμα» που η κοινωνία δίνει με αυτό τον τρόπο στα μέλη της, που επιθυμούν να αφιερωθούν στην ποιητική τέχνη, είναι σαφές, όσο και τετριμμένο: λούφα, παραλλαγή, δήθεν, άσε καλύτερα, μην την ψάχνεις, που να σου λέω τώρα… Το ζήτημα καλύπτεται από ένα ξεφτισμένο πέπλο που δεν αποπνέει μυστήριο αλλά κακομοιριά και αθεράπευτο επαρχιωτισμό. Ο ποιητής συμβολίζεται έτσι ως ιδιόρρυθμη θεατρική φιγούρα: ολίγον τρελός, ολίγον αριστοκράτης, ολίγον μπαγάσας, ολίγον επαίτης. Ένα τέτοιο μοντέλο παρασιτικής λειτουργίας, δεν παραπέμπει ασφαλώς σε σοβαρή και κοπιώδη πνευματική-καλλιτεχνική δραστηριότητα. Αυτόν τον ποιητή η (ελληνική) κοινωνία τον ανέχεται (όσο τον ανέχεται) με ανάμικτα συναισθήματα περιφρόνησης και κάποιου δέους, όπως θα ένιωθε ίσως κανείς παλαιότερα για τον τρελό του χωριού. Ας τον αφήσουμε να φυτοζωεί, μοιάζει να λέει (η κοινωνία), κι αν κατά λάθος πετύχει και καμία μεγάλη διάκριση (κανένα Νόμπελ, ίσως, μιας και έχουμε παράδοση) τότε όλα θα του τα συγχωρέσουμε του άχρηστου αυτού. Και θα τον αγαπήσουμε, και στα σχολεία θα τον βάλουμε, και κακόγουστη προτομή, στο τέλος-τέλος μπορεί και να του φτιάξουμε. Σύνταξη, άραγε, θα του δώσουμε; Είναι, πάντως, σχεδόν βέβαιο πως δεν θα τον διαβάσουμε κιόλας!
   Μεγάλο μέρος της καθ’ ημάς συζήτησης περί την ποίηση και διαφόρων υποκειμενικών «στάσεων» απέναντί της συνηγορεί και στηρίζει μια τέτοια ροπή, σαν αυτή που περιγράψαμε. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, μέρος της κριτικής. Σε ό,τι αφορά την ποίηση, είναι συχνά τόσο στριφνή και αόριστη, τόσο στερούμενη θέσης και επιχειρημάτων, ώστε θα μπορούσε περίπου έτσι, με τα ίδια λόγια, με μικρές παραλλαγές, να ειπωθεί για καμιά πενηνταριά διαφορετικά ποιητικά έργα- και να μην είναι σίγουρος ο καλοπροαίρετος αναγνώστης αν τελικά ωφελείται με αυτό τον τρόπο ή όχι το κρινόμενο. Το ζήτημα θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, διότι όταν απουσιάζει κατά σύστημα το μαχαίρι, εύλογο είναι να αναρωτηθεί κανείς κάποια στιγμή μήπως απουσιάζει επίσης και το πεπόνι…
   Δεν σημαίνουν όλ’ αυτά, επ’ ουδενί, πως δεν μπορεί να έχει κανείς την ποίηση ως δεύτερη, παράλληλη απασχόληση από επιλογή. Το να θέλει κάποιος να είναι και ποιητής (εκτός, φερ’ ειπείν, από καθηγητής ή γιατρός) και θεμιτό είναι, και σεβαστό. Η αυτοπραγμάτωση του καθενός δεν είναι ούτε τυποποιημένη υπόθεση ούτε μονόδρομος, ούτε υπάρχουν συνταγές. Συζητούμε το θέμα υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι κάποιος θα ήθελε, αν μπορούσε, να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου, με κόπο και σοβαρότητα στην υπόθεση της ποίησης (που θα σήμαινε: να διαβάζει, να σκέφτεται, να δοκιμάζει, να εκτίθεται στην περιπέτεια της γραφής του και στους κινδύνους αυτής…).
   6. Πώς διάκεινται άραγε απέναντι σε τούτη την κατάσταση οι έλληνες ποιητές και ποιήτριες; Ας εξαιρέσουμε από τη συζήτηση όσους και όσες έχουν την ποίηση ως δεύτερη επιλογή, ως αγαπημένο πάρεργο. Κι ας αναρωτηθούμε: πώς νιώθει, στ’ αλήθεια, κάποιος που θα ‘θελε, αν ήταν αυτό δυνατόν, να αφιερωθεί στην ποίηση εξ ολοκλήρου. Μια κάποια λύση είναι τα «συναφή επαγγέλματα» - αν υποθέσουμε πως έχει κανείς ταλέντο εκδοτικό, διάθεση οργάνωσης και επιμέλειας των κειμένων, κλίση προς τη συν-εργασία, μεταφραστική δεινότητα... Αυτό, βεβαίως, δεν μπορεί να ισχύει για όλους όσους υπηρετούν ταυτόχρονα και τη μούσα. Υπάρχουν ιδιοσυγκρασίες σαν εκείνες του Ρίλκε, της Τσβετάγιεβα, του Ελύτη, που δεν χωρούν σε κανένα άλλο καλούπι εκτός από το ποιητικό. Θέλει άραγε το συλλογικό υποκείμενο που συνηθίζουμε συμπεριληπτικά να αποκαλούμε «ελληνική κοινωνία» να αφήσει την εκκόλαψη και την επίτευξη τέτοιων κορυφαίων παραδειγμάτων στην εύνοια της τύχης; Σε μια θολή, άραγε, μυστικιστική-κρυπτο-αριστοκρατική πεποίθηση περί μαγικής γονιμότητας του παραδοσιακού γλωσσικού μας «λίκνου»; Ή θα ‘θελε να μπορεί, πλάι σε άλλες (να τις αποκαλέσουμε συμβατικά «προοδευμένες»;) κοινωνίες, να επαίρεται κι η ελληνική κοινωνία πως ανάλογες, προσδοκώμενες σύγχρονες επιτεύξεις οφείλονται και στις υποδομές που η ίδια διασφαλίζει προκειμένου να δρέψει τους καρπούς;
   7. Κι οι ποιητές; θα αναρωτηθούμε πάλι. Ένα τέτοιο άνοιγμα της κοινωνίας απέναντί τους θα συνεπαγόταν τουλάχιστον δυο «άχθη»: την ανάληψη, εκ μέρους τους, αντίστοιχου μεριδίου ευθύνης και την υπαγωγή τους σε διαδικασίες κρίσης και αξιολόγησης που θα ξεπερνούσαν τα στενότατα καφενειακά όρια των σημερινών στεκιών. Θα καλούνταν, με λίγα λόγια, οι ποιητές, να καταθέσουν κάτι από τη σημερινή τους γραφικότητα, την πλήρη ανευθυνότητα (που, δυστυχώς, συντροφεύει και μια λανθάνουσα ανυποληψία, όπως προσπαθήσαμε πιο πάνω να την περιγράψουμε), την εθιμική πλέον σε μεγάλο βαθμό απαρέσκειά τους προς κάθε μορφή κρίσης και αξιολόγησης.
   8. Να σχετίζεται άραγε η στάση αυτή με κάποιες γενικότερες τάσεις που κάθε τόσο διαπιστώνουμε ότι μαστίζουν το δημόσιο βίο της χώρας, κι έχουν ως σύμπτωμά τους την προχειρότητα, την αυθαιρεσία, την άρνηση του διαλόγου, την άρνηση κρίσης και αξιολόγησης; Δεν ήταν, ωστόσο, πάντοτε έτσι. Θα ‘πρεπε άραγε να νοσταλγήσουμε παλαιότερες δεκαετίες, όταν οι Έλληνες συγγραφείς –ανάμεσά τους και τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής ποίησης κατά τον προηγούμενο αιώνα- συνδιαλέγονταν με τους κριτικούς, τους εκδότες και με αλλήλους, αντάλλασσαν δημόσια και ιδιωτικά σχόλια, επαίνους και επικρίσεις, διαξιφίζονταν γύρω από διακρίσεις και βραβεύσεις… κι ήταν όλα αυτά η θερμή βουή μιας δημιουργικής κυψέλης που δεν έπαυε να αλληλεπιδρά με τον περίγυρό της, να παίρνει και να δίνει, και, γιατί όχι, να μεγαλουργεί ξεπερνώντας τα σύνορα;
   Σήμερα το τοπίο θυμίζει συχνά (όχι πάντα) βάλτο με ερείπια και ψιθύρους, σαν εκείνο το βασίλειο των Μοιρολατρών στο υπέροχο Παραμύθι χωρίς όνομα. Και σίγουρα ένας σκηνοθέτης μετρίως κακεντρεχής δεν θα δυσκολευόταν να διανείμει τους ρόλους του βασιλιά Αστόχαστου, της βασίλισσας Παλάβως, της Ζήλιως, της Πικρόχολης…
   9. Η αντίθεση στην αρχική θέση έχει, νομίζουμε, σκιαγραφηθεί επαρκώς κατά την ανάπτυξη των συντεταγμένων του προβλήματος. Μια κοινωνία που αφήνει την ποίηση στην τύχη της (και δεν θίξαμε στο παρόν σημείωμα το τεράστιο κεφάλαιο παιδείας-εκπαίδευσης σε σχέση με την υπόθεση της ποίησης, γιατί αυτό θα απαιτούσε μιαν εκτενή και αυτοτελή ανάπτυξη), δεν μπορεί παρά να προσδοκά τυχαίους καρπούς. Σε συνθήκες όσμωσης, παγκοσμιοποίησης και εντατικής πολιτισμικής επικοινωνίας είναι, ωστόσο, εύκολο να προδιαγράψει κανείς προς τα πού θα γύρει η πλάστιγγα, προς τα πού θα κινηθεί η μπάλα.
   10. Η οφειλόμενη, τέλος, σύνθεση: Πρέπει να ανοίξουν οι στρόφιγγες της υποστήριξης, με χρήματα και υποδομές, και να ανοίξουν, αντίστοιχα και ταυτόχρονα, τα μπουκωμένα κανάλια της κριτικής, του διαλόγου, της αξιολόγησης. Ένας γλωσσικός πολιτισμός που δεν μπορεί με θάρρος και ευθύνη να καθρεφτιστεί στην ποίησή του και να την αντικαθρεφτίσει με τη σειρά του είναι ένας πολιτισμός σε βαθιά παρακμή, αν όχι σε επιθανάτιο ρόγχο. Σε πείσμα των καιρών, σε πείσμα της καθεστηκυίας ανευθυνότητας προσωπικοτήτων ακραία συντηρητικών, που από καθέδρας αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη των ίδιων των διακρίσεων που τους απονέμονται, αποφαινόμενοι απαξιωτικά για το σύνολο της ποιητικής παραγωγής όσων είναι σήμερα κάτω των…εξήντα (και όμως, λέγονται και ξαναλέγονται αυτά από τις στήλες ειδικών και γενικών εντύπων, χωρίς να προκαλούν οργή και αντίδραση…), σε πείσμα όλων αυτών, η σύγχρονη ελληνική ποίηση υπάρχει.
   Υπάρχουν οι ποιητές και οι ποιήτριες που είναι σε θέση, κάθε στιγμή, να υποστηρίξουν τους στίχους τους εντός και εκτός των συνόρων της γλώσσας μας. Που αισθάνονται άνετα πλάι στους αλλόγλωσσους ομότεχνούς τους, είτε αυτοί είναι μετανάστες στη χώρα μας, είτε ανήκουν στις αποκαλούμενες «ισχυρές» γλώσσες. Υπάρχουν οι ποιητές και οι κριτικοί τους γιατί υπάρχουν έντυπα όπως η «Ποιητική» (η «Ποίηση», άλλοτε) και η «Νέα Εστία», που με επιμονή και σοβαρότητα τους στεγάζουν - χωρίς, βεβαίως, να περάσει από κανενός ιθύνοντα το μυαλό ότι τέτοιου είδους προσπάθειες αποτελούν εθνικό κεφάλαιο, απολύτως στηριζόμενο στην ιδιωτική πρωτοβουλία και, κατά μέγα μέρος, στον εθελοντισμό (για να μη θεωρητικολογούμε διαρκώς, και γενικολογούμε, και ψάχνουμε ψύλλους στα άχυρα: υπάρχουν και στην Ελλάδα αριστείες· ας τις αναγνωρίσουμε!).
   Η σύγχρονη ελληνική ποίηση των πενηντάρηδων, των σαραντάρηδων, των τριαντάρηδων, γιατί όχι και των εικοσάρηδων, υπάρχει. Οι ποιητές και οι ποιήτριες τροφοδοτούν την εργασία τους με ό,τι διαθέτουν: με τη ζωή τους, τις σπουδές τους, τα διαβάσματά τους, την ύπαρξή τους στο ακέραιο. Υπάρχουν οι ποιητές και οι ποιήτριες – στο βαθμό που η ποίηση είναι επιλογή ζωής, και ως τέτοια αναγκαστική. Γιατί όμως πρέπει να είναι υποχρεωτικά και επιλογή γραφικότητας, κοινωνικής αμηχανίας, παρασιτισμού, διγλωσσίας, μεταμφίεσης; Είναι άραγε αυτή η λεγόμενη «φύση του πράγματος»; Όποτε όμως γίνεται λόγος για «φύση του πράγματος» σε τέτοιες υποθέσεις ακούγεται συντριπτικός ο θόρυβος των όπλων που κατατίθενται και σκόνη πνιγηρή γεμίζει τα πνευμόνια.
   Ας τολμούσε η Ελλάδα, να οραματιστεί κάτι καλύτερο. Θα ήταν βήμα. Το πρώτο στη σειρά.