στον Κώστα Ριζάκη

 


Η μάνα μου δεν μπορούσε πουθενά να σταθεί.
Έβγαινε στο μπαλκόνι, έμπαινε ξανά,
άνοιγε το παράθυρο,
κοίταγε, το ξανάκλεινε.
Άλλαζε στάσεις στην κορνίζα της επάνω στον μπουφέ.
Νύχτες βαθιές και ολοσκότεινες κατέβαινε τα τριζάτα
ξύλινα σκαλοπάτια
- είκοσι έξι παρακαλώ - να δει αν είμαστε στους τάφους μας.
Ζωγράφιζε τις γιορτές παράδεισους με αίμα,
έφερνε της μάνας της γλυκά.
Μα πάνω απ' όλα, έραβε, ξήλωνε - μαύρες οι κλωστές -
το άσπρο νυφικό της.
Χαράματα σιγομιλούσε με τα ξωτικά
κι ο ύπνος αθόρυβα της έπαιρνε τη σκόνη από τα ρούχα.
Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση μας μούντζωσε
και έφυγε.

Πάντως
στο σπίτι μας δεν είχαμε σκυλιά.

 

     Το δέντρο με τις λέξεις, Οι εκδόσεις των φίλων, 2016