στη ζωή μου
δε θέλησα ν' αφήσω
κάτι
πίσω

ούτε στεριά
ούτε θάλασσα

τα βράδια μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τα βροχή μου

μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω

οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο

τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου

ένα βαλσάκι του '30

εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ' ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να' χω κι εγώ
κάπου να κλάψω

στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά

 

     Κούκος, Θράκα, 2016