Μήνες και χρόνια
Χρόνια πια συνήθισα
Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου να φαντάζομαι
Πώς θα ’ναι άραγε όταν αύριο
Πάψω στ’ αλήθεια να σε βλέπω. Και συνήθισα
Να ζω το σήμερα σα θύμηση του άλλοτε
Με νοσταλγία παρόντος, τέλεια φθίνοντος,
Αφού όσο μέλλον σου απομένει
Όχι αργότερα
Ήδη από τώρα λάμπει αθέατα
Παρελθόν.

Έτσι συνήθισα
Καθώς περνάς από δωμάτιο σε δωμάτιο
Και σκουντουφλάς και συγυρίζεις μες στα μαύρα σου
Να ’σαι η σκιά που στην ανάμνηση μειλίχια
Ίδια η φωνή σου χαμηλή κι όταν με μάλωνε
Ποιος θα ξεχάσει το καρφί του ποιος το χάδι του
Ώσπου γερόντιο ρουφηγμένο κι αφτιασίδωτο
Μούμια μωρού να ολολύζει
Απ’ τις φασκιές.

Με αυτοσχέδιες ασκήσεις πια συνήθισα
Να κλαίω για σένα ζωντανή κι ότι αναχώρησες
Όμως μετά τί φωταψίες αναστάσεως
Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι
Πως απ’ το αύριο γυρνάς γιατί μ’ αγάπησες
Γιατί σ’ αγάπησα κι εγώ, κι αυτό το αύριο
Θα περιμένει λίγο ακόμη – αυτό που αύριο
Καθώς σε βλέπω εδώ μπροστά μου και φαντάζομαι
Θα λάμψει γύρω σου απροκάλυπτα
Παρόν.

 

     Ποίηση 1970-2005, Καστανιώτης, 2008