Όρθρου βαθέως
Πασχίζω ηδονικά για να βρεθώ
Με τη μεριά του σκοτεινού θανάτου
"Τας θύρας τας θύρας" να κράζει η φωνή των μυημένων
Μα εγώ την ενύπνια τύψη να προσκομίζω ταπεινός
Μένα κομμάτι σύννεφο στα μάτια
Κι ας μη γευτώ ποτέ
Του προσώπου μου την τραγική γαλήνη

Στέκομαι να κοιτάζω τα βαθιά ποτάμια
Νερό είναι της γης και των δακρύων μου
Που γέμισαν καημούς οι ξεχασμένες καταιγίδες
Μάταια τώρα τη θάλασσα γυρεύουν
Του μυστικού προορισμού

Πάνω στα σώματα που πότισε η νύχτα
Το μύρο αναβλύζει των καιρών που χάθηκαν
Και της ορμής ο μέγας παφλασμός
Με όξος ποτίζει και αιθέρια ηδονή
Τα πρόσωπα που γεύτηκαν το φως
Και πήγανε με το σκοτάδι

 

     Τα λυπημένα ποιήματα, Μέμφις, 2018