Με της ζωγραφικής τα σύνεργα
–σα να λέμε μ’ ένα καλάμι ψαρέματος–
βγήκε ν’ αγκιστρώσει
το θολωμένο τοπίο
και να το σύρει στον καμβά.
Να εμβολίσει μέσα του
κι ένα Εγώ καμώνοντας πως δεν.
Και με ταχύτητα μιας μπόρας
κρέμασε τον ουρανό ανάποδα
μικρά κέρματα για αντίβαρο
και τη σκιά ενός ανθρώπου
που διώχνει το αύριο απ’ τους ώμους.
Από τη θάλασσα ξερίζωσε
ένα μπλε που δεν το είχε ξαναδεί.
Το αραίωσε κρεμώντας στο πινέλο
δολώματα πουλιών.
Μα η θάλασσα επέμενε να σκουραίνει κι άλλο
ώσπου μαύρισε.
Συγχύστηκε...
Η ζωγραφιά εκτυλίχθηκε ανέντιμη.

Τι τον σκλήρυνε τόσο να χαλάσει τη θάλασσα;

 

     Χαμηλές Οκτάβες, Φαρφουλάς, 2013