Από το πλοίο ακούγεται ένας μεταλλικός τριγμός που θυμίζει θρίλερ
της δεκαετίας του ’90. Σαν το πελώριο κήτος που απειλεί το υποβρύχιο
και το πλήρωμα νιώθει δέος. Το ίδιο νιώθω κι εγώ. Μερικές
παρεμβολές από τη μουσική της διπλανής ταβέρνας και κάτι παιδιά
που τρέχουν, παραδόξως, το κάνουν ακόμα χειρότερο. Το στέρνο
μου έχει κοκκινίσει, μπορεί να έχω πίεση, μπορεί να το χτύπησα
και να μην το θυμάμαι. Νιώθω τέτοια γαλήνη που το τηλέφωνό μου
έκλεισε σ’ εκείνο το σημείο του καβγά· σαν να με πυροβόλησαν. Το
αγόρι στο ποδήλατο γύρισε και με κοίταξε, σαν να ήξερε πως μόνο
εγώ κατάλαβα ότι το λάστιχό του είναι ξεφούσκωτο. Στρέφω το
βλέμμα στην παραλία. Με εντυπωσιάζει το πώς κάποιοι μικροκαμωμένοι
άντρες συγκαίγονται, πώς ο κύριος με τα κροκό παπούτσια
περπατά με τόση άνεση στην άμμο, πώς ο άλλος κύριος στο βάθος
σκουπίζει σχολαστικά το μουστάκι του σαν να φοβάται μην κρυώσει
το στόμα του.
Άλλη φορά άμα δείτε μια κοπέλα να κάθεται τόση ώρα μόνη της,
ρωτήστε την μήπως θέλει παρέα. Αν δε θέλει, δεν πειράζει, θα σας
διώξει.

     Love me tender, Σαιξπηρικόν, 2018