Βλέπω αυτόν που ροκανίζει στα δόντια τις μέρες του
παλιά κανάτα που γέρνει το λαιμό με λαχτάρα πάνω σ’ ένα δίκαννο
έναν συρφετό από μολύνσεις του υπογλωσσίου οράματος
το κράμα του σιδήρου στα λευκά κόκαλα
και αυτή την λεπτή ιαχή στην άκρη του βλέμματος
που κόβει λεπίδα τη μέρα στα δυο
ένα σωρό στίγματα που φωλιάζουν κάτω από τις μασχάλες
όπως τα καυτά αυγά ενός κορεσμένου πρωινού.

Απλώθηκα πάνω σε μη πρόσφορη γη
ξέροντας πως δεν έχω μέλλον σε αυτόν τον τόπο
                                              επηρμένων θάμνων
ώστε να βολέψω τη πλάτη μου
τη σωστή στάση του σώματος κάτω από τον απόμερο ήλιο
να τεντώσω τα άκρα μου και όπου φτάσουν
                                  αυτό να είναι το χωράφι μου
θα πρέπει να δώσω λογαριασμό στην πολεοδομία
μα τι να δηλώσω
πώς να τους πω, πως δεν δικαιούμαι να στάξω χλωροφύλλη
ούτε σε δύο τετραγωνικά μέτρα χολωμένης γης.

 

                          [2019]