(Σε όσους χάθηκαν το ’90 )

 

 

Οι φίλοι έφυγαν χωρίς να χαιρετήσουν. Χαμένοι ανάμεσα σε στήθη λευκά
θηλάζοντας ύπνο. Γι’ αυτό επιστρέφω τις νύχτες
στ’ όνειρό μου εκκρεμές στα δόντια του καιρού. Πέφτω τα χέρια απλώνοντας για να
τους φτάσω αλλά στο παγωμένο χόρτο τα ίχνη τους ματωμένα. Στους ανθισμένους
τους κροτάφους μαζεύω άλικα λουλούδια κλείνοντας στις χούφτες την απορία των
χειλιών τους. Δεν ήταν γη αυτή ήταν νερό με την ψυχή του στριμωγμένη σαν
καθρέφτης ραγισμένος μιας χώρας μακρινής . Οι κήποι του ύπνου μου πνιγμένοι από
νυχτόβια άνθη και μάτια κόκκινα καμένα στο φως. Τα σκοινιά τους έντρομα φίδια
κρέμονται από το ταβάνι. Με τα παπούτσια τους σφιχταγκαλιάζοντας ένα ενδεχόμενο
θρεμμένο σε χώμα παρθένο.

 

     Μείον Δεκάξι, Μελάνι, 2016