Περπάτησε μέχρι τους αμμόλοφους. Άυπνος απ’ το ταξίδι, κουρασμένος από την
χθεσινοβραδινή περιπέτεια, έβαλε τα υπάρχοντά του στον μικρό σάκο, ήπιε νερό και
βγήκε. Δεν είχε το κουράγιο να περιμένει την αλλαγή της εποχής που θα τον
γαλήνευε θάβοντας το πάθος του θεού.
Περπατούσε δίχως να κοιτάζει πίσω. Στο βάθος τού δρόμου διέκρινε τη φιγούρα ενός
λιονταριού. Συνέχισε την πορεία με βήματα σταθερά φτάνοντας τόσο κοντά, που
αρκούσε ν’ απλώσει το χέρι για ν’ αγγίξει τον γκρίζο όγκο τού βουνού.

  Καρναβαλιστής, Κέδρος, 2011