- 2024
που με νερό δροσίζει
δεν μαραίνουν.
Βαμμένες
με σκοτάδι που χρυσίζει
εσύ και ’γω να κοιμηθούμε
όπως παλιά, σ’ ένα κρεβάτι
ένα πλακόστρωτο
που φτιάχνει το νεκρικό
σκαρί μου μαξιλάρι.
Εκεί απλώνεις τα μαλλιά
ως ερωμένη των βρεφών.
Στέναζαν έσφιγγαν τα χεράκια τρυφερά
το ξύλο απ’ όπου ένα καρφί
τρυπώντας
την παλάμη μου άγγιζε τη δική σου.
Γιατί από δω πετρούλες ξεπηδούσαν,
έφταναν στο σεντόνι μας
και το νερό μαραίνοντας
πάντα μιλούσαν σαν
μια πολύ φτωχή ψυχή
που διώχνει χώμα —
θλιμμένο ένα παιδί κρύβεται σε σώμα ζωντανού που αγίασε.
Και μεις το αγγίζαμε ως να επρόκειτο για θαύμα∙
γιατί στις πετρούλες δεν τελειώνει, μόνο ανεβαίνει
«σύντροφοι», λέει
«σύντροφοι», επαναλαμβάνει
και μικραίνει
Ευφροσύνη, Κουκκίδα, 2024
