Όταν έβγαιναν οι σκλόπες

Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα

Ομολογία τέταρτη ή και ψαλμός

 

 

   Την ώρα που έβγαιναν οι σκλόπες, οι άντρες φεύγανε και κύλαγε

ο ιδρώτας τους καφεκόκκινος, λάσπη πάνω στον μπέτη τους

και μύριζαν σαν τα πρωτοβρόχια και σαν τους κεραυνούς καθώς φεύγανε.

   Όχι τραγουδώντας όπως στις ταινίες, μα βλαστημώντας, κι έφταναν

από τα σπίτια κατά κύματα οι βλαστήμιες τους την ώρα που έμπαινα

στ’ αλώνι και κυλιόμουν, να ξεχάσω τα μάτια του βοδιού, τους αφρούς

του μουλαριού, το δρεπάνι του Χάρου.

   Κι απόμενα καταμεσής του αλωνιού και του σύμπαντος κόσμου,

ανταριασμένη και μαγεμένη απ’ το πηχτό σκοτάδι κάτω απ’ τα λιόδεντρα,

ν’ ακούω τους γκιώνηδες και να μετρώ τ’ αστέρια. 

   Τον γαλαξία, που όπως τον έβλεπα τις νύχτες σαν ρυάκι καταμεσής

του στερεώματος και νόμιζα πως είναι το γάλα που χύθηκε από έναν γιγάντιο

μαστό, που δεν ήταν άλλος από τον θόλο του ουρανού που ξεχείλισε,  

   θα τον έβλεπα απ’ το δώμα μας, αργότερα.

 

        Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα, Θράκα, 2024

 

 

 

Περισσότερα από τον/την Μποτονάκη Αντωνία

©2015-2026 poets.gr |

Επιμέλεια: Μάνια Μεζίτη

Ρυθμίσεις Cookies | Όροι Χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Σχεδιασμός 4share | Ανάπτυξη εφαρμογής IMPRESSI
Σχεδιασμός ιστότoπου με την υποστήριξη:
ΙΔΡΥΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ Φ. ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

poets.gr

Χρονολογικά

Αλφαβητικά