Ανέκαθεν δυσπιστούσα στα θαύματα.
Ωστόσο δεν αρνούμαι πως κάποτε
μία άγνωστη σε μένα, ξένη
μαντίλι μαύρο ώς τα φρύδια
κι ασκητική μα εγκόσμια μορφή
προχωρημένη νύχτα
δακρύων και τρόμου νύχτα
χωρίς λέξη να πει
στου κρεβατιού τα πόδια είχε καθίσει.
Τα δυο της χέρια άπλωσε
και νά το θαύμα.
Το σώμα μου ανέσυρε
από του πηγαδιού τα βάθη
με το μανίκι της το στέγνωσε αργά
κι ύστερα ήσυχα ήσυχα
χωρίς να με κοιτάξει
λες και δεν έπρεπε
να τη θυμάμαι
ή λες και έπρεπε
έτσι σαν «όλες» να ’ναι
έσβησε του μετώπου την προπαίδεια.
Προπάντων τις διαιρέσεις.
Τέρμα Θεού, Γαβριηλίδης, 2018
Περισσότερα από τον/την Μποτονάκη Αντωνία
-
Τέρμα Θεού
