Η μητέρα είναι ένας βουβός περφόρμερ.
Δεν είναι ότι δεν μιλά.
Είναι που κάθε φράση της σημαίνει πάντα δύο πράγματα αντίθετα.
Με τον τρόπο αυτό δεν λέει τίποτα.
Διαφεύγοντας, μάς κατέχει.
Έτσι η μητέρα μετατρέπεται σε Λοξία.
Όχι σε Πυθία –δεν είναι γυναίκα η μητέρα, κάτι άλλο είναι.
Ακίνητη είναι, σχεδόν δεν περπατά.
Αυτό την καθιστά ακόμη περισσότερο τοτέμ.
Το αίνιγμα στο οποίο θύει είναι η πρόθεση ενσάρκωσης ενός ρόλου.
Μα δεν της αρέσει κι η λέξη μάνα –τη βρίσκει λαϊκή.
Προτιμά το μητέρα. Ηχεί πιο αστικό. Μητέρα, λοιπόν.
Ενσάρκωση αυτού του ρόλου. 
 
Ένας τέτοιος ρόλος είναι βέβαια άσαρκος, όπως οι ρόλοι.
Όμως ακόμη καλύτερα για κείνη:
Η μητέρα δεν αγαπά τη σάρκα της
και κάτω από τη σάρκα της, δεν αγαπά τους άντρες
(ούτε και πολύ τον ρόλο της. Μα είναι ο μόνος
που θα την καταστήσει Παναγία. Τούτο
θα τη γλυτώνει από τους άντρες).
Το μη χείρον βέλτιστον. 
   μ_otherpoem: μόνο λόγος, Νεφέλη, 2014