Γελούσε ο φίλος και ξαφνικά έμοιαζε στον πατέρα μου
πώς έκλεινε σφιχτά τα μάτια όταν τον έπιαναν τα γέλια
τραντάζονταν οι ώμοι του κι έσμιγε τις παλάμες
σαν να χειρονομούσε.
Ο φίλος μου, ορθός μπροστά στο τζάκι ψιθύρισε:
"Ο αέρας σηκώνεται, πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε..."
κι ο πατέρας μου βούτηξε στις στάχτες του ξανά.
Η πραγματικότητα αμπαρώθηκε πίσω απ' το φρούριο-παρόν της
υψώνοντας τη λευκή σημαία της μονοσήμαντης ηλικίας
μέρες χαράς ξανακλείστηκαν σε λίγες σταγόνες δακρύων
ένα τίποτα άνοιξης ερχόταν με τον αέρα
ένα τίποτα έρωτα ξαφνικά μες στην κάμαρα
"ένα τίποτα" είπαμε και πέρασε η ζωή.

   Ωραία έρημος η σάρκα, Καστανιώτης, 1996