της Μάνιας Μεζίτη

Θυμάμαι μια φορά  αυτού του αιώνα,  άρρωστο γυμνασιόπαιδο, χειμώνα στο κρεβάτι να παιδεύομαι μ' έναν κύβο-μπρελόκ, μικρό μικρό, ίσα που να χωράει στην παλάμη, και ξαφνικά να γίνεται ένα μαγικό και να ταιριάζω απόλυτα τα χρώματα σε όλες τις πλευρές. Το πράσινο, το κίτρινο, το κόκκινο, το πορτοκαλί, το μπλε και το άσπρο. Πέρασαν τα χρόνια, και, παρά εκείνη την απρόσμενη επιτυχία μου, προτίμησα με  ένα bic να γίνομαι κανένας.

Ευτυχώς για μένα, συνέχιζα να μην  εμπιστεύομαι πολύ τους παιδικούς μου έρωτες.  Έτσι, όταν κάποια φορά χρειάστηκε  να δοκιμάσω τα δόντια μου στο Ψωμί Παιδεία Ελευθερία,  κατάφερα και δεν μου σπάσανε.  Φυσικά, το ελάχιστο δεν μου αρκούσε, οπότε άρχισα να γνωρίζω ποιητές. Μου άρεσε να βλέπω την απόγνωσή τους, συνήθως τα βράδια,  στις 23.05 ακριβώς.  Ύστερα μ' έπιανε ένας οίστρος και δεν είχα ησυχασμό. Καμιά φορά έγραφα κάτι. Όχι, βέβαια «η ποιητική του τάδε» «η καβαφική επιρροή» «το ποιητικό γεγονός» «η αισθητική του μεταμοντερνισμού» κλπ. Όχι, τέτοια  ψευτοπαρθένα πένα.

Τον Mr Stiggas δεν τον γνώριζα. Ούτε τα βιβλία του αγόρασα μεμιάς. Πάλι καλά, αλλιώς θα τίναζα  τα πέταλα. Τον  Ρούμπικ  τον πήρα τελευταίο. Ο ρυθμός του σφυροκοπούσε στα μηλίγγια μου: τατάτα τατατά τα τατάτα τατάτα τα τατά τατά τά τατατατάτα τατάτα τάτα.  Ξεφτέρια τα ποιήματα, σκέφτηκα. Τα τέρατα κατέφτασαν αργότερα. Παρέπαια ανάμεσα στον  Κύκλωπα  και τη Μέδουσα,  τον  Φρανκεστάιν και τον Κέρβερο κοιτώντας τους από την κλειδαρότρυπα. Έπειτα ήρθαν τα θηρία: πρώτα η μοναξιά  που πάτωνε δεν πάτωνε, ύστερα η τέλεια μνήμη, έπειτα η δυστυχία που είναι μία · ως και  το μαράζι που χαράζει ήρθε. Τρόμαξα πολύ. Τον Στίγκα δεν τον ξέρω, είπα, αλλά δεν είμαι σίγουρη αν θέλω να τον γνωρίσω. Φοβάμαι τους δράκους του. Γιατί εγώ... ούτε  Ελένη, ούτε Μικαέλα, ούτε Μπαμπά. Όσο για  φλέβες... σπασμένες όλες.

Σημ.  Αυτός ο αιώνας  είναι από το ποίημα «Δράκος ή παραμύθι για τα καλά παιδιά», το bic από τον «Κύκλωπα», η  ψευτοπαρθένα πένα  από το «Μονόκεροι στο χιόνι», οι  παιδικοί έρωτες είναι μόνοι τους, τα δόντια  βρίσκονται στη «Μέδουσα»,  το ποίημα ξεφτέρι  και  η δυστυχία  στον «Κέρβερο»,  η κλειδαρότρυπα  και  η μοναξιά  στο «Τώρα μιλάω ασήμι»,  η Ελένη, η Μικαέλα και ο Μπαμπάς  και σε άλλες συλλογές,  οι φλέβες  στον «Δράκουλα» και στο «Η Σφίγγα στο λουτρό το βράδυ»,  το μαράζι  και  τα πέταλα  πάλι στη «Σφίγγα». Τέλος,  η τέλεια μνήμη  είναι από το «Τι διάολο είναι τούτο;». Όλα του Γιάννη Στίγκα. Εγώ απλώς τα υποδέχτηκα.