της Μάνιας Μεζίτη  (από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια» της Δανάης Σιώζιου, τον Ιούνιο του 2015, στο Cantina Social)

 

Η Frau Wilma βρίσκεται στο ποίημα Τα λευκά κερδίζουν. Τα φαλανστήρια και οι θεσσαλοί αγρότες στο Reality Show. Τα φαντάσματα που πάχαιναν είναι από την ενότητα του Ζωολογικού Κήπου, και τα νεράντζια που κανείς δεν μάζεψε από το ποίημα Βαρύτητα. Τα απαλά πλάσματα, όπως και η Καίτη, η Χρυσούλα και η Ρίτσα βρίσκονται στο ποίημα Εποχιακό, και ο Μέγας Συγυριστής με τον καταψύκτη στο Ποίημα της μαμάς. Η γιαγιά με το νυφικό στην Παλίρροια, ενώ ο σιδερένιος γερανός εργοταξίου, τα σουβενίρ και τα κομμωτήρια στο Τίμιο τείχος. Ο άντρας που με αγαπούσε με τη Βογκλίντε, τη Βελγούντε και τη Φλοσχίλντε στο ποίημα Ανυπεράσπιστος χρυσός και το γερμανικό παραμύθι στην ενότητα Πάρκο. Όλα είναι της Δανάης. Δική μου είναι η ανάγνωση, η ταύτιση, ο έπαινος.

Η Frau Wilma έλεγε πως δεν συναντιούνται άνθρωποι που δεν έχουν από πριν συναντηθεί. Έτσι συνέβη και μ' εμάς. Πρώτη φορά την είδα στα φαλανστήρια του Φουριέ. Εκεί όπου τα κέρδη θα μοιράζονταν ανάλογα με το Κεφάλαιο, την εργασία και το ταλέντο. Σ' αυτή την ουτοπία γνωριστήκαμε. Ήμασταν παιδιά ακόμη. Μέναμε στον ημιώροφο. Οι μεγάλοι δούλευαν όλο το πρωί σαν ακάματοι θεσσαλοί αγρότες. Τους επιτρεπόταν να ερωτεύονται, οπότε εκείνοι έμεναν στον δεύτερο όροφο. Στον ημιώροφο, όμως, τις νύχτες τα φαντάσματα πάχαιναν και έπρεπε να τους ράβουμε συνέχεια καινούρια σεντόνια. Αυτό ήταν κάτι που, οπωσδήποτε, μας φόβιζε. Οπότε συμφωνήσαμε να φύγουμε· να πάει καθεμιά στην οικογένειά της. Στη συνέχεια, συνέβη κάτι παράξενο. Πολλά από αυτά που ζούσαμε χωριστά, άρχισαν να μοιάζουν μεταξύ τους. Ή σε άλλες περιπτώσεις, να αλληλοσυμπληρώνονται. Για παράδειγμα, μιλούσαμε κι εμείς τη γλώσσα των τρυποκάρυδων στους σκληρούς τοίχους του σπιτιού μου. Όσο για τα όνειρά μας; Πεσμένα σπασμένα στο πεζοδρόμιο / τα νεράντζια που κανείς δεν μάζεψε.

Κάποια στιγμή με φιλοξένησε στο σπίτι της. Ξέρετε τώρα, οι φιλενάδες που ανταλλάζουν επισκέψεις. Ταΐσαμε μαζί όλα τα απαλά πλάσματα: κατσικάκια, αρνάκια, κλωσοπουλάκια. Τα βαφτίσαμε, τα χαϊδέψαμε. Δεν τα σφάξαμε. Δεν τα μαγειρέψαμε. Μόνο η Καίτη, η Χρυσούλα και η Ρίτσα, της γιαγιάς τα τρία κορίτσια είχαν αυτή την άνεση. Εκεί, γνώρισα τη μαμά με τον καταψύκτη στη θέση της καρδιάς (ή μήπως την καρδιά στη θέση του καταψύκτη;) Μπερδεύτηκα λίγο. Σκέφτηκα πως αν γινόμουν μάνα, θα προτιμούσα την ιδιότητα του Μέγα Συγυριστή. Είδα και τη γιαγιά να βγάζει το νυφικό τα Σάββατα απ' την αρχαία ντουλάπα, να το φοράει και να στέκει στην πόρτα περιμένοντας. Και ασφαλώς, είδα τον όμορφο παππού, πάντα κάπου ψηλά ανεβασμένο: σε σκαλωσιές, σε σκάλες, στον ουρανό.

Τον Νοέμβριο του '89, βρεθήκαμε πάνω σ' έναν σιδερένιο γερανό εργοταξίου. Από κει, είδαμε το Τίμιο Τείχος. Απελπίστηκα. Εξού και η ακατανίκητη ανάγκη για σουβενίρ και κομμωτήρια. Στη συνέχεια, βρεθήκαμε στον Ρήνο. Τότε επιτρεπόταν και σ' εμένα πια να ερωτευτώ. Εκεί με περίμενε, λέει, ο άντρας που με αγαπούσε μαζί με τη Βογκλίντε, τη Βελγούντε και τη Φλοσχίλντε. Βρέθηκα σ' ένα δίλλημα γιατί δεν ήξερα πού να τον θάψω. Στην καρδιά μου ή στον πάτο του Ρήνου.

Έτσι περνούσε ο καιρός. Η Δανάη ζωγράφιζε τα ποιήματα κι εγώ τα διάβαζα. Μερικές φορές τα ζούσα κιόλας. Κάποια στιγμή αργότερα, πηγαίνοντας στο Πάρκο της, εντόπισα μια διαφορά μας: στο δικό μου γερμανικό παραμύθι, και πένθος ένιωθα και ζήλευα το αστέρι. Παρ' όλα αυτά, η σχέση μας δεν χάλασε. Χωρίσαμε ειρηνικά: εκείνη μου σκάλισε ένα βέλος στην πλάτη, κι εγώ τη διαβεβαίωσα ότι προσπερνώντας θα επιβιώσω της ζωής μου.

Τα Παιδικά Παιχνίδια της Δανάης μού φάνηκαν χρήσιμα, εντέλει. Με έμαθαν να παίζω, έτσι που κινούνται με χάρη ανάμεσα στην ουτοπία της Ιστορίας και της οικογένειας, στις κορυφογραμμές των βουνών και τους χρυσομπάμπουρες, στο σχολείο και τον έρωτα. Έτσι που περιπλανώνται με φυσικότητα από τη συκιά και το μοιρολόι του κλαρίνου στο παλιό σπίτι στα Γιάννενα ως τον Κάρολο Φουριέ και το Τείχος του Βερολίνου.