postmen like doctors go from house to house”.

 

Τα πρωινά μεταμορφώνομαι σε γέρο ταχυδρόμο.
Φοράω τραγιάσκα, κρεμώ στον ώμο το λουρί
της άδειας τσάντας της καφετιάς.
Φωνάζω: Ο ταχυδρόμος!»
Στα δάχτυλα κρατώ το κουδουνάκι
του παλιού ποδηλάτου,
τάχα μ’ ορμή το χτυπώ. Ντριν. Ντριν.
Μοιράζω ελπίδες, υποσχέσεις. Ντριν. Ντριν.
Παρηγοριές. «Και βέβαια»,
«Και βέβαια υπάρχει», «Και θα ‘ρθεί»,
«Θα δείτε», «Σύντομα το γράμμα θ’ αφιχθεί»,
«Δεν είν’ η ώρα του ακόμα να γραφτεί».
Όταν πέφτει δυνατά η βροχή, συνιστώ «Υπομονή»,
λέω: «Δεν είναι καιρός για γράμματα».

Σφίγγω τα χέρια που μου απλώνονται
̶ χαμογελώ. «Μα βέβαια υπάρχει», «Και θα ‘ρθεί»,
«Υπομονή», «Αύριο, θα περάσω πάλι».

Κανένας δεν βλέπει πώς κυλώ,
τι είμαι και γιατί μιλώ.
Κανένας δεν μπορεί να δει.
Ούτε και θέλει.

 

     Υπάρχει γράμμα για μένα;. Μελάνι, 2018