Χαράζοντάς με ένα δέντρο
πισώπλατα μου βλάστησε ένα φύλλο
Και το πότιζα
Όπως η άλως την αμφιβολία
Αποστρέφοντας το πρόσωπο από τον κόσμο,
Κλαίγοντας στον ώμο μου
– ο μόνος που ’χα βρει να κλάψω –
Όχι και τόσο από πόνο
Μα ο βλαστός μην ξεραθεί μεσίστιος.

Πήρε μια γενιά
Απ’ την αγάπη να ξενυχτά η φωτοσύνθεση
Και είχα ένα κλαδί στην πλάτη.

Τα δάση των ανθρώπων,
Τα μόνα που ’χαν απομείνει,
τόσο καχύποπτα το ένα με το άλλο
Δεν θα φοβούνταν τη σκιά μου.
Μια χαρακιά στο φόβο
Κατάφερε να επουλωθεί η αγωνία
Να διασχίζει ήλιος την απελπισία.

 

     Σπορά για μια Κυριακή, Εκάτη, 2017